
Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,
Εἶναι κοινῶς διαδεδομένη ἡ ἄποψη πὼς ὁ τρόπος ζωῆς, τὸν ὁποῖο προτείνει ἡ Ἐκκλησία, εἶναι «ἐξωπραγματικός». Δὲν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκοῦν μὲ καλὴ διάθεση τὶς παραινέσεις τοῦ Εὐαγγελίου καὶ παραδέχονται πώς, ἐὰν ἐφαρμόζονταν, ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία θὰ μποροῦσε νὰ μεταβληθεῖ σὲ «παράδεισο» ἐπὶ γῆς. Τὴν ἴδια στιγμή, ὅμως, εἶναι πεπεισμένοι πὼς ἡ καθημερινότητα ἐπιβάλλει ἄλλους κανόνες διαβιώσεως καὶ πὼς ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου δὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ. Γιὰ νὰ ἐπιβιώσει κανείς, θεωροῦν πὼς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθήσει τὴν ἠθικὴ ποὺ ἔχει ἤδη διαμορφωθεῖ ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸ καὶ κοινωνικὸ σύστημα μέσα στὸ ὁποῖο ζοῦμε.
Ἕνα ἀπὸ τὰ βασικά χαρακτηριστικὰ τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας εἶναι ἡ διαχείριση τοῦ πλούτου. Ὁ ἀγῶνας τοῦ ἀνθρώπου σχετίζεται μὲ τὴν ἐπιβίωση καὶ τὴν ἐξασφάλιση τοῦ ἐπιούσιου γιὰ τὸν ἴδιο καὶ τὴν οἰκογένειά του. Ἡ ἀπόκτηση, ὅμως, τῶν μέσων ἐπιβιώσεως συχνὰ δὲν ἀρκεῖ. Μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση βρίσκεται ἡ ἐπιθυμία συσσωρεύσεως πλούτου μεγαλύτερου ἀπὸ τὶς βιοτικὲς ἀνάγκες. Ἡ συσσώρευση αὐτὴ μπορεῖ νὰ γίνει ἀκόρεστη καὶ νὰ μετατραπεῖ, ἀπὸ μέσο ἐξασφαλίσεως τῆς ἐπιβιώσεως σὲ πρωταρχικὸ σκοπὸ ζωῆς, στὸν ὁποῖο ὑποτάσσονται, τόσο ὁ σεβασμὸς τῶν ὁρίων ὅσο καὶ ἡ ἠθική.
Μιὰ τέτοια στάση ἐπηρεάζει ὁλόκληρη τὴν κοινωνία καὶ ὁδηγεῖ σὲ κραυγαλέες ἀνισότητες, οἱ ὁποῖες ἀργὰ ἢ γρήγορα προκαλοῦν ἐντάσεις καὶ ἐκρήξεις. Ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους εἶναι, σὲ μεγάλο βαθμό, καὶ μιὰ διαδρομὴ συγκρούσεων γιὰ τὴν ἀπόκτηση καὶ τὴν ἁρπαγὴ τοῦ πλούτου μιᾶς ἰσχυρῆς κοινωνικῆς ὁμάδος ἢ ἑνὸς λαοῦ ἀπὸ ἕναν ἄλλον. Καὶ ὅσο ὁ πλοῦτος συσσωρεύεται σὲ ὅλο καὶ λιγότερους, τόσο ἐντονότερα ἔρχεται στὴν ἐπιφάνεια τὸ αἴτημα γιὰ κοινωνικὴ δικαιοσύνη.
Ὁ πόθος αὐτὸς γίνεται ὁλοένα ἰσχυρότερος. Παρὰ τὶς ἀγαθὲς προθέσεις καὶ τὰ οἰκονομικὰ σχέδια, τὸ πρόβλημα τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης ὄχι μόνο δὲν ἔχει λυθεῖ, ἀλλὰ συχνὰ ὀξύνεται.
Στὴν σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπὴ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στὴν δεύτερη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή του, συνδέει τὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τῆς προσδίδει συγκεκριμένη καὶ πρακτικὴ διάσταση. Ἀπευθυνόμενος στοὺς Χριστιανοὺς τῆς πόλεως, τοὺς παρακινεῖ νὰ συμμετάσχουν μὲ γενναιοδωρία στὴν «λογεία», δηλαδὴ στὴν πανεκκλησιαστικὴ συλλογὴ οἰκονομικῆς βοήθειας γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῶν Ἱεροσολύμων, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετωπίζαν μεγάλη φτώχεια.
Στὴν ἀρχή, τοὺς παρουσιάζει ἕνα ἐπιχείρημα κοινῆς λογικῆς: «Τὸ δικό σας περίσσευμα», γράφει,» θὰ προστεθεῖ στὸ ὑστέρημα ἐκείνων, ὥστε κάποτε τὸ δικό τους περίσσευμα νὰ προστεθεῖ στὸ δικό σας ὑστέρημα καὶ νὰ ὑπάρξει ἔτσι ἰσότητα» (8:14).
Γράφοντας αὐτά, ὑπενθυμίζει πὼς στὴν ζωὴ ἔρχονται γιὰ ὅλους καὶ καλὲς καὶ δύσκολες ἡμέρες καὶ πὼς καμία κοινωνία δὲν μπορεῖ νὰ προοδεύσει χωρὶς συναντίληψη καί ἀλληλεγγύη.
Ὁ Παῦλος, ὅμως, ἀντιλαμβάνεται πὼς τέτοιες προτροπὲς δὲν ἀρκοῦν γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν σκληροκαρδία καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἀπληστία. Γι’ αὐτὸ προχωρᾶ βαθύτερα: Παίρνει ὡς παράδειγμα τὶς Ἐκκλησίες τῆς Μακεδονίας, οἱ ὁποῖες, παρὰ τὴν μεγάλη τους φτώχεια, παρακαλοῦσαν τὸν Παῦλο νὰ δεχθεῖ τὰ χρήματα ποὺ προσέφεραν, προκειμένου νὰ ἀνακουφιστοῦν οἱ Χριστιανοὶ ἀδελφοί τους στὴν Ἱερουσαλήμ.
«Αὐτοὺς νὰ μιμηθεῖτε», λέει στοὺς Κορινθίους. Καὶ συμπληρώνει: «Δὲν τὸ λέω σὰν διαταγή, ἀλλὰ σᾶς μιλῶ γιὰ τὸν ζῆλο τῶν ἄλλων, γιὰ νὰ σᾶς παρακινήσω ν’ ἀποδείξετε τὴν γνησιότητα καὶ τῆς δικῆς σας ἀγάπης» (8:8).
Ἐδῶ, ἡ οἰκονομία συναντᾶ τὴν ἀγάπη. Ὁ Παῦλος δὲν ζητᾶ ἀπὸ τοὺς Κορινθίους ἁπλῶς νὰ ἐλεήσουν κάποιους φτωχούς, ἀλλὰ νὰ συμπαρασταθοῦν σὲ ἀδελφούς τους. Γιὰ τὸν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν, ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἄθροισμα ἀνθρώπων ποὺ πιστεύουν κάτι κοινό, ἀλλὰ ἕνα ἑνιαῖο σῶμα, ὅπου, ὅταν ἕνα μέλος του ὑποφέρει, ὑποφέρει καὶ αὐτὸ ὁλόκληρο.
Μέ αὐτό τόν τρὀπο, ἡ προσφορὰ ἀποκτᾶ κοινωνικὴ διάσταση. Ὅταν ὑπάρχει περίσσευμα στὸν ἕναν καὶ ὑστέρηση στὸν ἄλλον, ἡ ἀγάπη γίνεται δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἰσορροπία, ὥστε κανεὶς νὰ μὴν μένει ἐγκαταλειμμένος στὴν ἀνάγκη του.
Στὴν διδασκαλία τοῦ Παύλου, ὁ πλοῦτος δὲν εἶναι ἁπλῶς συσσώρευση ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀλλὰ παράγοντας ποὺ ἀφορᾶ στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Ἡ φιλαργυρία ἀποκαλύπτει τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νὰ σχετιστεῖ καὶ νὰ προσφέρει. Ἀντίθετα, ἡ προσφορὰ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα «πρέπει», ἀλλὰ ἄνοιγμα τῆς καρδιᾶς, ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ θεωρήσει τὸν συνάνθρωπό του ἀδελφό.
Ὁ Ἀπόστολος ἀναζητᾶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἀγάπη μπορεῖ νὰ ἀναζωογονεῖται διαρκῶς καὶ νὰ ὁδηγεῖ σὲ ὁρατὰ ἀποτελέσματα ὑπερβάσεως τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας. Καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς ἐπικεντρώνεται σέ ἕνα πρόσωπο: τόν Ἰησοῦ Χριστό.
Στὸ ἴδιο κεφάλαιο ὑπάρχει ἕνας στίχος ποὺ μᾶς μεταφέρει στὸν πυρῆνα τῆς λύσεως. Γιὰ τοὺς Μακεδόνες χριστιανοὺς λέει: «Δὲν πρόσφεραν μόνο αὐτὰ ποὺ περιμέναμε, ἀλλὰ πρῶτα δόθηκαν οἱ ἴδιοι στὸν Κύριο» (8:5). Τί λέει οὐσιαστικὰ ὁ Παῦλος; Μὴν κοιτᾶτε μόνο τί ἔδωσαν. Κοιτᾶξτε ἀπὸ ποῦ ξεκίνησε αὐτὸ ποὺ ἔδωσαν.
Ἡ οἰκονομικὴ προσφορὰ εἶναι ὁρατή. Ἡ ἐσωτερικὴ προσφορὰ εἶναι ἀόρατη. Πρὶν ἀπὸ τὸ «προσφέρω κάτι», ὑπάρχει τὸ «προσφέρω τόν ἑαυτὀ μου». Ὁ ἄνθρωπος, πρῶτα παραδίδει τὸν ἑαυτό του στὸν Θεό. Καὶ ὅταν ὁ ἑαυτός του πάψει νὰ βρίσκεται στὸ κέντρο, ἀλλάζει καὶ ἡ σχέση του μὲ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ὁ πλοῦτος παύει νὰ εἶναι αὐτοσκοπὸς καὶ γίνεται διακονία προσφορᾶς.
Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Παῦλος δὲν ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ χρῆμα γιὰ νὰ ὁδηγήσει στὴν ἀγάπη. Ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, ἡ ὁποία μεταμορφώνει καὶ τὴν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ χρῆμα.
Ἀδελφοί μου,
Πολλοὶ κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία πὼς διδάσκει ἕναν ἀνεφάρμοστο τρόπο ζωῆς. Καὶ ὅταν ἀναζητᾶ διεξόδους νὰ ἀνακουφίσει τὸν φτωχὸ συνάνθρωπο, κάποιοι τὴν κατηγοροῦν ὅτι ἐγκαταλείπει τὰ πνευματικά της καθήκοντα καὶ μετατρέπεται σὲ φιλανθρωπικὸ κοινωνικό ὀργανισμό.
Σήμερα, ὅμως, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συνδέει ἀπόλυτα τὴν οἰκονομία μὲ τὴν πνευματικότητα. Ἡ κοινωνικὴ δικαιοσύνη δὲν εἶναι μόνο ὑπόθεση σχεδιασμοῦ τῆς ἀνθρώπινης διανοίας, ἀλλὰ καὶ ὑπόθεση περισσεύματος τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς.
Ἐξωτερικά, ἡ φιλανθρωπικὴ δράση τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νὰ θυμίζει δράση ἑνὸς κοινωνικοῦ φορέα. Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, ὅσα πραγματοποιοῦνται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν καρπὸ μιᾶς βαθιᾶς πνευματικῆς σχέσεως μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸν συνάνθρωπο.
Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ ἕνα διδακτήριο ἀγάπης. Καὶ ὅποιος ἀγαπᾶ, γίνεται ἐφευρετικὸς στὸ νὰ βρίσκει τρόπους νὰ διακονεῖ καὶ νὰ προσφέρει. Μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπως ἀναφέρει καὶ ἡ σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπή, «ὁ καθένας δίνει ὅ,τι τοῦ λέει ἡ καρδιά του, χωρὶς νὰ στενοχωριέται ἢ νὰ ἐξαναγκάζεται, γιατί ὁ Θεὸς ἀγαπάει αὐτὸν ποὺ δίνει μὲ εὐχαρίστηση» (9:7).
Ἡ κοινωνική μας συμπεριφορά, λοιπόν, σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὴν σχέση μας πρὸς τὸν Θεό. Ἡ σχέση μαζί Του μας καθιστᾶ πλούσιους σὲ ὅλα καί, κυρίως, μᾶς μεταμορφώνει σὲ γενναιόδωρες ὑπάρξεις, οἱ ὁποῖες μιμοῦνται τὴν δική Του φιλανθρωπία (8:9) καὶ ὁδηγοῦνται σὲ «καρποὺς δικαιοσύνης» (9:10).
Αὐτὴ ἡ «μεταμόρφωση» δὲν ἀποτελεῖ μόνο προσωπική μας ἐλπίδα. Εἶναι καὶ ἐλπίδα γιὰ ὁλόκληρο τὸν κόσμο: ἕναν κόσμο ποὺ καλεῖται νὰ ἀνακαλύψει πὼς ἡ κοινωνικὴ δικαιοσύνη δὲν οἰκοδομεῖται μόνο μὲ νόμους καὶ οἰκονομικοὺς σχεδιασμούς, ἀλλὰ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν αὐτὴ μάθει νὰ βλέπει τὸν ἄλλον ὄχι ὡς ξένο, ἀλλὰ ὡς ἀδελφό.
Ἂς καλλιεργήσουμε πνευματικά, λοιπὸν, τὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἀδελφούς μας. Ἂς βελτιώσουμε τὶς σχέσεις μας μὲ τὸν Θεό. Καὶ ἂς εἴμαστε βέβαιοι πώς, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία θὰ μεταβάλλεται σταδιακὰ σὲ εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐπὶ γῆς. Ἀμήν.
Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ