
Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς συμβουλεύουν, μέσα στὸν μόχθο καὶ τὶς δραστηριότητες τῆς καθημερινότητος, νὰ διατηροῦμε καθημερινὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν διδασκαλία τῆς πίστεώς μας καὶ τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων. Ἡ καρδιακὴ προσευχή, ἡ μελέτη τῶν βιβλικῶν καὶ πατερικῶν κειμένων καὶ ἡ συχνὴ συμμετοχὴ στὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μᾶς βοηθοῦν νὰ παραμένουμε στραμμένοι πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ μὴν ἀφήνουμε τὴν ψυχή μας νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς χαρᾶς της.
Ἰδιαιτέρως ἐπιμένουν οἱ Ἅγιοι στὴν συστηματικότητα: Οὔτε μία ἡμέρα χωρὶς προσευχή, χωρὶς μελέτη, χωρὶς μνήμη Θεοῦ.
Καὶ αὐτὸ διότι γνωρίζουν ἀπὸ τὴν πνευματική τους ἐμπειρία πόσο εὔκολα μεταβάλλεται ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ πόσο γρήγορα, ὅταν δὲν τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴν Χάρη, ψυχραίνεται καὶ παρασύρεται. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀναζητᾶ ὑποκατάστατα σὲ πρόσκαιρες χαρὲς καὶ συνήθειες πού, ἐνῷ ὑπόσχονται νὰ τὸν χορτάσουν, τὸν ἀφήνουν διαρκῶς διψασμένο καὶ σταδιακὰ τὸν δεσμεύουν. Τότε οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς χάνουν τὸν προσανατολισμό τους καὶ ἡ ψυχὴ ὑποδουλώνεται στὰ πάθη.
Στὴν σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπή, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στοὺς Κορινθίους μὲ πατρικὴ ἀγάπη καὶ ἀνησυχία. Τοὺς καλεῖ νὰ μὴν θεωρήσουν δεδομένη τὴν μεγάλη δωρεὰ τῆς Χάριτος ποὺ ἔλαβαν καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέψουν νὰ μείνει ἀνενεργὴ μέσα τους: «Ὡς συνεργάτης τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴν ἀφήσετε νὰ πάει χαμένη ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ δεχθήκατε» (Β΄ Κορ. 6,1).
Ὁ Παῦλος γνωρίζει ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν καταργεῖ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς προσφέρει, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἀνταποκριθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος δὲν ἀρκεῖται στὴν ἐπισήμανση τοῦ κινδύνου. Καλεῖ του Κορινθίους νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ καθετὶ τὸ κοσμικὸ ποὺ μπορεῖ νὰ τοὺς ἀποξενώσει ἀπὸ τὸν Θεό:
«Ποιά σχέση μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ δικαιοσύνη μὲ τὴν ἀνομία; Ἢ τί κοινὸ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸ φῶς καὶ στὸ σκοτάδι; Μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν στὸν ἴδιο τόπο ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ναὸς τῶν εἰδώλων; Ἐσεῖς εἶστε ναὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ».
Καὶ στὴν συνέχεια θυμίζει τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ: «Μὴν ἀγγίζετε ἀκάθαρτο πρᾶγμα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς δεχθῶ. Θὰ εἶμαι γιὰ σᾶς ὁ Πατέρας, κι ἐσεῖς θὰ εἶστε γιοὶ καὶ θυγατέρες μοῦ» (Β΄ Κορ. 6,14-18).
Ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Ἐκεῖ βρίσκονται ὅλα τὰ ἀληθινὰ καὶ γνήσια, ὅλα ὅσα ποθεῖ βαθιὰ ἡ ἀνθρώπινη ψυχή. Ἐκτός ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀγκαλιὰ βρίσκονται τὰ ψεύτικα ὑποκατάστατα, οἱ μάταιες χαρὲς καὶ οἱ συνήθειες ποὺ μᾶς δεσμεύουν καὶ ὑποβιβάζουν τὴν ὕπαρξή μας, στερῶντας της τὴν ἐλευθερία καὶ τὸ μεγαλεῖο γιὰ τὰ ὁποῖα δημιουργήθηκε.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ περικοπὴ καταλήγει μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου: «Ἀφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ καθετὶ ποὺ μολύνει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. Ἂς ζήσουμε μιὰ ἅγια ζωὴ μὲ φόβο Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7,1).
Σὲ κάθε ἐποχὴ ὑπάρχουν παγίδες ποὺ ἀπειλοῦν τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Πάθη ποὺ ἀρχίζουν μὲ ἀπατηλὲς ὑποσχέσεις χαρᾶς καὶ καταλήγουν σὲ δεσμά, στερῶντας σταδιακὰ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά του. Ὁ ἄνθρωπος, πολλὲς φορές, δὲν ἀντιλαμβάνεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅτι κάτι ποὺ ἐπιλέγει ἐλεύθερα μπορεῖ, μὲ τὸν χρόνο, νὰ γίνει ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἐξουσιάζει.
Ἴσως, ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια, ὁ νοῦς μας νὰ πηγαίνει ἀποκλειστικὰ στὰ μεγάλα καὶ φανερὰ πάθη: στὶς ἐξαρτήσεις ἀπὸ τὰ ναρκωτικά, τὸ ἀλκοὸλ ἢ σὲ ἄλλες καταστάσεις ποὺ ταλαιπωροῦν τὴν κοινωνία μας καὶ ἰδιαίτερα τὰ νέα παιδιά.
Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ ἄλλες ἐξαρτήσεις, πολὺ πιὸ διακριτικές, ποὺ δὲν τὶς θεωροῦμε κἂν ἐξαρτήσεις: Ὅπως εἶναι ἡ ἀδυναμία μας νὰ ἀποχωριστοῦμε τὴν ὀθόνη, ἡ ἀνάγκη συνεχοῦς ἐπιβεβαιώσεως, ἡ σύγκριση μὲ τοὺς ἄλλους, ἡ κατανάλωση χωρὶς πραγματικὴ ἀνάγκη, ἡ ἀδυναμία νὰ ἀντέξουμε τὴν σιωπή. Μικρὲς συνήθειες, ποὺ μοιάζουν ἀσήμαντες, σιγά σιγά ὅμως μποροῦν νὰ καταλάβουν μέσα μας χῶρο ποὺ δὲν τοὺς ἀνήκει.
Ὑπάρχουν, βεβαίως, καὶ τὰ βαθύτερα πάθη ποὺ ἐπισημαίνει ἡ ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔχουν ὡς θεμέλιο τὸν ἀνθρώπινο ἐγωισμὸ καὶ τὴν ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης: Ὅπως εἶναι ὁ θυμός, ἡ ζήλια, ἡ κακία, ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχουμε πάντα δίκιο, ἡ προσκόλληση στὴν ἄνεση, ὁ ἐγωκεντρισμὸς ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀγαπήσουμε. Εἶναι τόσο συνηθισμένα ὅλα αὐτά, ὥστε νὰ περνοῦν σχεδὸν ἀπαρατήρητα. Εἶναι, ὅμως ὑπαρκτὰ καὶ ἐπίμονα. Καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ συχνὰ τὰ θεωροῦμε αὐτονόητα καὶ δεδομένα τοῦ ἀνθρώπινου χαρακτῆρος, μπορεῖ νὰ μὴν ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἔχουν γίνει δεσμὰ καὶ μᾶς μολύνουν.
Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς καλεῖ νὰ ἐξετάσουμε ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: ὄχι μόνο τὰ μεγάλα καὶ φανερὰ πάθη μας, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ μικρὰ ποὺ φωλιάζουν ἀθόρυβα στὴν καθημερινότητά μας.
Ἀδελφοί μου,
Ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ προσπάθεια νὰ ἀποφύγουμε τὰ «μεγάλα ἁμαρτήματα». Εἶναι ἕνας ἀγῶνας νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ καταλαμβάνουν μέσα μας περισσότερο χῶρο ἀπὸ ὅσο τοὺς ἀνήκει. Νὰ μποροῦμε νὰ ἀποχωριζόμαστε, νὰ σιωποῦμε, νὰ περιμένουμε, νὰ λέμε: «Δὲν τὸ χρειάζομαι». Νὰ μποροῦμε νὰ ἀφήνουμε ἀκόμη καὶ κάτι ποὺ μᾶς ἀρέσει, ὅταν διαπιστώνουμε ὅτι ἐκεῖνο δὲν μᾶς ἀφήνει πλέον ἐλεύθερους.
Ἴσως, τελικά, αὐτὸ νὰ σημαίνει καὶ τὸ «καθαρίσωμεν ἑαυτούς»: νὰ ἀνοίξουμε χῶρο μέσα μας γιὰ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀπομακρύνουμε ὄχι μόνο ὅσα εἶναι μεγάλα καὶ φανερά, ἀλλὰ καὶ ὅσα, μικρὰ καὶ καθημερινά, ἔχουν καταλάβει σιγά σιγά τὴν καρδιά μας.
Αὐτὴ τὴν ἐλευθερία ἔρχεται νὰ μᾶς προσφέρει ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ προσκόλληση στὸν Θεὸ καὶ στὸ πανάγιο θέλημά Του γίνεται συγχρόνως ἡ ἀπεξάρτησή μας ἀπὸ ὅσα μᾶς δεσμεύουν. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἁπλῆ προσπάθεια αὐτοβελτιώσεως. Εἶναι ἕνας ἀγῶνας στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος δὲν μένει μόνος. Ὅταν στρέφεται πρὸς τὸν Θεό, ἡ Χάρη Του γίνεται δύναμη ἀνακαινιστικὴ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σπεύδει νὰ συμπορευθεῖ, νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ ἐνδυναμώσει τὸ παιδί Του.
Τότε ἡ ψυχὴ ἀρχίζει καὶ πάλι νὰ ἀνασαίνει. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύπτει ὅτι ἡ ἀληθινὴ χαρὰ δὲν βρίσκεται σὲ ὅσα τὸν ὑποδουλώνουν, ἀλλὰ σὲ Ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἐλευθερώνει καὶ τὸν καλεῖ νὰ ζήσει μαζὶ Του μιὰ ζωὴ γεμάτη νόημα καὶ ἀγάπη. Τότε γινόμαστε ἄξιοι τῆς Χάριτος ποὺ λάβαμε.
Ἡ πίστη καὶ ὁ πνευματικὸς ἀγῶνας ἀποτελοῦν τὰ ἰσχυρὰ ὅπλα τοῦ Χριστιανοῦ, προκειμένου νὰ ἀφήνει διαρκῶς πίσω του ὅ,τι τὸν ὑποβιβάζει καὶ τὸν μολύνει. Αὐτὰ τὰ δύο διατηροῦν ἀνοιχτὸ τὸν δρόμο συναντήσεως μὲ Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀδαπάνητη πηγὴ ἁγιασμοῦ «ψυχῆς τε καὶ σώματος», ἀπὸ τὴν ὁποία, ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς, εἶναι σὲ θέση νὰ ἀντλεῖ διαρκῶς νάματα χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης. Ἀμήν.
Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ
+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ