
Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,
Mέγα εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, τὸ ὁποῖο ἑορτάζουμε αὔριο! Τὸ πνευματικό του βάθος εἶναι ἀπρόσιτο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Οἱ θεολογικές του διαστάσεις ὑπερβαίνουν κάθε μέγεθος τοῦ κόσμου τούτου. Τὸ μήνυμά του καλεῖ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ νὰ ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια καὶ νὰ στραφεῖ πρὸς τὰ ἐπουράνια, ἀναζητῶντας τὸν Τριαδικὸ Θεὸ τῆς ἄπειρης φιλανθρωπίας.
Ποιές λέξεις μποροῦν νὰ περιγράψουν τὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας; Ὁ Ὑπερούσιος, ὁ Κάτοικος τοῦ ἀπροσίτου ὕψους τῆς ἀπολύτως ὑπερβατικῆς Θεότητος, καταβαίνει μέχρι τὰ ἔγκατα τῆς ἀνθρώπινης τραγωδίας, γίνεται ἄνθρωπος, ἐπωμίζεται ὅλες τὶς συνέπειες τῆς ἀνθρώπινης ἀποτυχίας καὶ ὑψώνεται ξανά. Ὄχι, ὅμως, ὡς ἐπίγειος Βασιλέας καὶ ἔνδοξος Λυτρωτής, ἀλλὰ ὡς καθημαγμένος καὶ ἐξουθενωμένος, ὡς ἀπόκληρος τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας, ὡς Ἐσταυρωμένος, ὡς ἕρμαιο τῆς περιφρονήσεως καὶ τοῦ χλευασμοῦ τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσμου.
Πῶς νὰ ἀντιληφθεῖ ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος τὸ μεγαλεῖο μιᾶς τέτοιας ὑψώσεως, ὅταν ζητούμενο γι΄ αὐτὸν εἶναι ἡ φήμη, ἡ κοινωνικὴ καταξίωση καὶ ἡ πικρὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων; Πῶς νὰ ἀποδεχθεῖ ὡς βασιλεία καὶ σωτῆρα κάποιον πάμφτωχο καὶ ἀσήμαντο Διδάσκαλο ἀπὸ τὴν Γαλιλαία, ὁ Ὁποῖος, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ζωῆς Του, πρὶν δύο χιλιάδες χρόνια, δέχτηκε τὴν περιφρόνηση καὶ τὸν διωγμό; Πῶς νὰ ἐκτιμήσει ἕναν ἀνυπεράσπιστο κατάδικο τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας καὶ τῆς φαρισαϊκῆς μανίας, ὅταν ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία, ἀνέκαθεν, ἐξύψωνε τοὺς σοφούς, τοὺς ἡγεμόνες καὶ τοὺς κροίσους;
Τιμοῦμε καὶ ὑμνολογοῦμε τὸν Τίμιο Σταυρό, πρέπει ὅμως, συγχρόνως, καὶ νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἐὰν εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε στὴν καθημερινότητά μας καὶ νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ μήνυμά του. Διότι, ἀδελφοί μου, πέρα ἀπὸ τὸ ἄγγελμα τῆς σωτηρίας μέσῳ τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Σταυρός μᾶς φέρνει σὲ μία, κατὰ μέτωπο, σύγκρουση μὲ τὰ δεδομένα καὶ τὰ κριτήρια τοῦ κόσμου, μέσα στὸν ὁποῖον ζοῦμε. Ἡ δόξα τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ δόξα τοῦ Σταυροῦ βρίσκονται σὲ ἀπόλυτη ἀντίθεση. Ἡ καύχηση τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ καύχηση τοῦ συνειδητοῦ ἀκολούθου τοῦ Ἐσταυρωμένου διαφέρουν «καθ’ ὅσον ἀπέχουσιν ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν» (Ψ.102:12). Τὸ ὕψος τῆς ταπεινοφροσύνης ποὺ καλούμαστε νὰ φτάσουμε ὡς ἀκόλουθοι τοῦ ἐνανθρωπίσαντος Θεοῦ Λόγου, «τοῦ λαβόντος δούλου μορφὴν» (Φιλ. 2:7) δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὸ ὕψος τῆς ἀλαζονείας καὶ τῆς ἔπαρσης, τὸ ὁποῖο διψοῦν καὶ ἐπιδιώκουν μὲ κάθε τρόπο οἱ ὑποψήφιοι ἡγεμόνες καὶ ρυθμιστὲς τῆς τύχης τῆς ἀνθρωπότητος.
Στὴν σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπή, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπιδιώκει μὲ ἔνταση νὰ ἀπεγκλωβίσει τοὺς Χριστιανούς τῆς Γαλατίας ἀπὸ τὴν ἀνάγκη γιὰ τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο. Καὶ πρῶτος του στόχος εἶναι νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν νοοτροπία τῆς ἑβραϊκῆς θρησκείας. Τοὺς τονίζει πὼς οἱ πιστοὶ τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου ἐνδιαφέρονται περισσότερο γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ εἰκόνα τους, παρὰ γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ ποιότητα τῆς πίστεώς τους καὶ τῆς σχέσεώς τους μὲ τὸν Θεό. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε τὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, γιὰ νὰ διαπιστώσουμε μὲ πόση ἀγωνία ὁ Φαρισαῖος ἀναζητᾶ τὴν ἀξία του μέσα ἀπὸ τὸν θαυμασμὸ καὶ τὴν ἀποδοχὴ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.
Ὁ Χριστός μας, ὅμως, ἦρθε στὴν γῆ γιὰ νὰ ἀνατρέψει αὐτὴ τὴν νοοτροπία. Στοὺς μαθητές του τὸ δηλώνει ξεκάθαρα: «Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω», δηλαδή, «Δὲν ἐπιζητῶ νὰ μὲ τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι» (Ἰω. 5,41).
Καὶ ποιά μεγαλύτερη ἀπόδειξη ἀδιαφορίας γιὰ τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ τὸν Σταυρό, πάνω στὸν ὁποῖον ὑψώθηκε ὡς ὁ πλέον περιφρονημένος τῶν ἀνθρώπων;
Μὲ αὐτὴ τὴν ἀφάνεια, τὴν ταπεινοφροσύνη καί τὴν προσήλωση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι στὴν ἐπιδοκιμασία τῶν ἀνθρώπων μᾶς καλεῖ ὁ Χριστὸς νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε.
Αὐτὸ ἔπραξε καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες του, αὐτός, ὁ μέχρι πρότινος περιβόητος ἡγέτης τοῦ διωγμοῦ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ἀδιαφορεῖ πλέον γιὰ τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο καὶ παρουσιάζει ὡς μοναδικὰ παράσημα τὶς πληγές, τὶς ὁποῖες ὡς σφραγῖδα τῆς ἀφοσιώσεώς του πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ καταπληγωμένο Ἰησοῦ «ἐν τῷ σώματί του ἐβάστασε» (Γαλ. 6:17).
«Εἶμαι ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν γνώμη τῶν ἀνθρώπων» διακηρύσσει οὐσιαστικὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. «Τὰ κριτήρια τῶν ἀνθρώπων δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν. Ἕναν λόγο ἔχω μόνον γιὰ μόνο νὰ καυχῶμαι: Διότι εἶμαι παιδὶ τοῦ Θεοῦ καὶ διότι, τόσο πολὺ μὲ ἀγάπησε ὁ ἐπουράνιος Πατέρας μου ὥστε θυσίασε τὸν Μονογενῆ Τοῦ Ὕιο γιὰ μένα. Ποιά μεγαλύτερη τιμὴ μπορῶ νὰ ζητήσω;»
Ἀδελφοί μου,
Ὑποτίθεται πὼς ζοῦμε σὲ ἐποχὲς ἐλευθερίας. Στὴν πραγματικότητα ὅμως, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ ἰδιαίτερα οἱ νέοι, ζοῦν ὡς ἐπαῖτες, ὡς ζητιάνοι τῆς καλῆς γνώμης ποὺ θέλουν νὰ σχηματίσουν οἱ ἄλλοι γι΄ αὐτούς. Ἡ ἀνάγκη νὰ ἀναγνωρίσει ἡ κοινωνία τὴν ἀξία μας, μᾶς παρασύρει συχνὰ νὰ συμβιβαζόμαστε μὲ τὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν καὶ νὰ νοθεύουμε μὲ τὴν συμπεριφορά μας τὶς ἀξίες καὶ τὰ ἰδανικὰ τῆς πίστεώς μας.
Ἰδιαίτερα στὸ Διαδίκτυο καὶ τὰ Μέσα Κοινωνικῆς Δικτυώσεως, ἄνθρωποι ὅλων τῶν ἡλικιῶν εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀναρτήσουν ὁτιδήποτε, ἀκόμη καὶ νὰ ἐκθέσουν τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό, προκειμένου νὰ δοῦν ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερες ἀποδοχές κάτω ἀπὸ τὶς ἀναρτήσεις τους. Ὅσες ὅμως ἀποδοχές κι ἂν συγκεντρωθοῦν, ἡ ἀνάγκη γιὰ μία βαθιὰ ἀνθρώπινη καταξίωση δὲν ἱκανοποιεῖται ποτέ. Στὸ τέλος, μένει ἕνας ἄδειος ἑαυτὸς ποὺ ἀναρωτιέται ποιός πραγματικὰ εἶναι καὶ ποιός θὰ τοῦ φανερώσει τὴν ἀληθινή του ἀξία.
Σὲ αὐτὴ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ἀνθρώπου, ἔρχεται ἡ Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ νὰ θυμίσει τὸ μεγαλεῖο τῆς κάθε ἀνθρώπινης ψυχῆς, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ θυσιάστηκε πάνω στὸν Σταυρό, προκειμένου, οὔτε ἕνα παιδί Του νὰ μὴν μείνει ἔξω ἀπὸ τὴν ἀγκαλιά Του. Ἡ ἀξία μας, ἡ ὑπέρτατη ἀξία μας, εἶναι αὐτὴ ἡ ἀγάπη Του. Ὅποιος κατανοήσει αὐτὸ τὸ γεγονός, μαθαίνει νὰ ἀγαπάει καὶ ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του, χωρὶς νὰ ἔχει ἀνάγκη γιὰ καμιὰ κοινωνικὴ ἀποδοχὴ καὶ κανέναν διαδικτυακὸ θαυμασμό.
Μὲ πίστη καὶ ἀγῶνα πνευματικό, λοιπόν, ἂς προετοιμάσουμε τὴν ψυχή μας, ὥστε νὰ ἀναγνωρίσει καὶ νὰ ὑποδεχθεῖ μὲ εὐγνωμοσύνη αὐτὴ τὴν Θεία ἀγάπη, τὴν μόνη ἱκανὴ νὰ σπάσει τὰ δεσμὰ τοῦ πάθους τῆς κενοδοξίας ποὺ μᾶς δένουν μὲ τὴν ἀνούσια καὶ ἄστατη ἐπιδοκιμασία τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὴ πλημμύρισε μὲ χαρὰ ἀπέραντη καὶ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὥστε νὰ διακηρύττει: «Ἐμοί δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. στ, 14).
Ὁ Τίμιος καὶ πάνσεπτος Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας ἂς ἀποτελεῖ καὶ γιὰ ἐμᾶς τὸ μοναδικὸ καὶ παντοτινὸ καύχημά μας. Ἀμήν._
Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ