
Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,
Τόσο ἡ Ἀποστολική, ὅσο καὶ ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἔχουν σήμερα τρία κοινὰ χαρακτηριστικά: τὴν ἀνόρθωση, τὴν ἀναγέννηση καὶ τὴν μεταμόρφωση. Οἱ τρεῖς αὐτὲς λέξεις ὑποδηλώνουν οὐσιαστικὰ τὸ ἴδιο γεγονός: τὴν ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στὸ «κατὰ φύσιν», ἀλλὰ καὶ στὴν προπτωτικὴ προοπτικὴ τῆς ὑπάρξεώς του, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν εἴσοδο στὴν Ἐπουράνιο Βασιλεία.
Στὴν Εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀπὸ τὸ ἔνατο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ματθαίου, ἕνας παράλυτος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οὔτε κἂν τὴν δύναμη νὰ ἀπευθύνει πρὸς τὸν Χριστὸ ἱκεσία γιὰ τὴν ἴασή του, βρίσκεται κατάκοιτος ἐνώπιόν Του. Ἡ κατάστασή του εἶναι τραγική. Ἐμεῖς ὅμως, στὸ πρόσωπό του, ἀναγνωρίζουμε τὴν ἀδυναμία, τὴν ἐξάντληση καὶ τὴν χρεοκοπία τοῦ δικοῦ μας κόσμου, ποὺ σύρεται ἀπὸ πόλεμο σὲ πόλεμο, ἀπὸ φρίκη σὲ φρίκη, ἀπὸ θάνατο σὲ θάνατο.
Καθὼς ὁ Κύριος σκύβει πάνω ἀπὸ τὸν ἀξιολύπητο αὐτὸν ἄνθρωπο καί, ἐνῷ περιμένουμε νὰ ἀκουστεῖ ὁ θεῖος λόγος τῆς ἰάσεως, ὥστε νὰ ἐξαλειφθοῦν ὅλα τὰ συμπτώματα τῆς παραλυσίας του, ἐμεῖς ἀκοῦμε ἕναν λόγο ποὺ παρακάμπτει τὰ συμπτώματα καὶ ἀναζητᾶ τὴν αἰτία: «Θάρρος, παιδί μου», τοῦ λέει, «οἱ ἁμαρτίες σου εἶναι συγχωρημένες» (9:2).
Στὰ λόγια αὐτὰ ἀποκαλύπτεται ἡ δική μας εὐθύνη. Ὑποφέρουμε καὶ ταλαιπωρούμεθα ἀπὸ τὶς ἐπιλογές μας. Ἐξαντλούμεθα καὶ αἱμορραγοῦμε ἐξ αἰτίας τῶν δρόμων ποὺ ἐπιλέξαμε νὰ διαβοῦμε· δρόμων ἐγωισμοῦ, ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀδιαφορίας γιὰ τὸν συνάνθρωπό μας. Αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὴν ἁμαρτία: πρῶτα παραλύει ἡ ψυχὴ καὶ κατόπιν ἀσθενεῖ τὸ σῶμα.
Σήμερα, ὁ Χριστὸς γιατρεύει τὴν αἰτία ποὺ βρίσκεται κρυμμένη στὴν ψυχή, μὲ ἄμεσο ἐπακόλουθο νὰ πραγματοποιεῖται καὶ ἡ ἀνόρθωση τοῦ σώματος. Ὁ παραλυτικὸς ἀνορθώνεται καὶ εἶναι, πλέον, ἐλεύθερος νὰ κάνει νέες ἐπιλογὲς· ἐπιλογὲς ζωῆς, ἐλπίδος, ἀγάπης καὶ προσφορᾶς πρὸς τὸν συνάνθρωπο.
Πῶς διαμορφώνεται ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ τέτοιους δρόμους ζωῆς; Τὴν ἀπάντηση μᾶς δίνει ἡ σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπή. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στὸ ἀπόσπασμα τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς του, μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν ποικιλία τῶν χαρισμάτων ποὺ ἐμφανίζονται στὶς ἁγιασμένες ψυχές, καθὼς ἔχουν δεχτεῖ τήν Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος καὶ ἀναφέρει: «Ἄλλος εἶναι προφήτης, γιὰ νὰ κηρύττει ἀνάλογα μὲ τὸ βαθμὸ τῆς πίστεώς του· ἄλλος ἔχει τὸ χάρισμα τῆς διακονίας, γιὰ νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες του. Τὸ ἴδιο νὰ κάνει κι ὁ δάσκαλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν διδασκαλία· κι ὅποιος ἔχει τὸ χάρισμα νὰ στηρίζει τοὺς ἀδερφούς, νὰ τοὺς στηρίζει» (12:6-8).
Δὲν παραλείπει ὅμως νὰ συμπληρώσει πώς, γιὰ νὰ διατηρηθοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά, ἀπαιτοῦνται καὶ ὁρισμένες κοινὲς συμπεριφορές. Συμπληρώνει, λοιπόν, μεταξὺ ἄλλων: «Ὅποιος μοιράζει τὰ ἀγαθά του μὲ τοὺς ἄλλους, νὰ τὸ κάνει μὲ ἁπλότητα …ἡ ἀγάπη σας νὰ εἶναι εἰλικρινής … μην εἶστε ὀκνηροί … νὰ ἔχετε ὑπομονὴ στὶς δοκιμασίες … νά ἐπιμένετε στὴν προσευχή … νά προσεύχεστε γιὰ τὸ καλὸ τῶν διωκτῶν σας» (9-14).
Δύο χιλιάδες καὶ παραπάνω χρόνια ἔχουν περάσει ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ γράφτηκαν τὰ θεῖα αὐτὰ λόγια. Ἡ οὐσία καὶ ἡ δύναμή τους, ὅμως, παραμένουν ἴδια καὶ ἀναλλοίωτα, διότι προέρχονται ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἄνθρωπος κάθε ἐποχῆς ἔχει τὴν εὐκαιρία νὰ τὰ ἀναζητήσει καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ, μέσῳ αὐτῶν, στὴν δική του ἀναγέννηση. Διὰ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συνεχίζει νὰ διδάσκει, νὰ δωρίζει καὶ νὰ εὐεργετεῖ. Καὶ βεβαίως, ἡ μεγαλύτερη πηγὴ αὐτῶν τῶν δωρεῶν καὶ εὐεργεσιῶν εἶναι τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
Ὅταν τὸ ὑπέρτατο αὐτὸ μυστήριο φτάνει πρὸς τὸ τέλος του καὶ ἀφοῦ ἔχουν κοινωνήσει οἱ πιστοί, ὁ Ἱερέας μᾶς καλεῖ, λέγοντας: «Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν», δηλαδή, «ἄς ἐπιστρέψουμε, πλέον, μὲ εἰρήνη στὴν καθημερινότητά μας».
Οἱ τρεῖς λέξεις αὐτῆς τῆς προτροπῆς δὲν κρύβουν μόνο τὴν μεταμόρφωση ποὺ ἐπέφερε στὴν ψυχή μας ἡ Θεία Κοινωνία. Περιγράφουν καὶ τὴν ἀποστολή μας. Ναί, ἀδελφοί μου! Ἡ Θεία Λειτουργία δὲν ἀποτελεῖ μόνον προσωπική μας ὑπόθεση. Ἡ συμμετοχὴ στὸ μεγάλο αὐτὸ μυστήριο, τὸ ὁποῖο ὁδηγεῖ σὲ ἕνωση μὲ τὸν ἴδιο τόν Χριστό, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ὁδηγεῖ σὲ ἕνωση καὶ μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ ἐνσαρκωμένος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριός μας, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος κατεβαίνει πρὸς τὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν σώσει. Ἡ ἔλευση Τοῦ εἶναι μιὰ ἀποκατάσταση τῆς εἰρήνης, ὅπως ἀκούστηκε ἐκείνη τὴν ἱερὴ νύχτα τῆς Γεννήσεως: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη» (Λκ. 2:14).
Ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, προκειμένου νὰ χαρίσει στὴν ἀνθρωπότητα τὴν τριπλῆ εἰρήνη: Πρῶτα, ἐκείνη μέσα στὴν ἴδια τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ἡ ἁμαρτία πλήγωσε τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ὁδήγησε στὴν τραγωδία νὰ ἐπιλέγει δρόμους ἀντίθετους μὲ τὴν φύση του. Ἡ ἕνωση μὲ τὸν Χριστὸ φανέρωσε ξανὰ στὸν ἄνθρωπο τὸ τί ἀληθινὰ ἐπιθυμεῖ καὶ πῶς θὰ τὸ ἀποκτήσει.
Εἰρήνη, ὅμως, πραγματοποιήθηκε καὶ στὴν σχέση ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ Πατέρας καὶ Δημιουργὸς ἀποκαλύφθηκε ξανὰ ὡς ὁ κοντινός, ὁ πλησίον, ὁ φίλος, ἕτοιμος πάντα νὰ συμπονέσει, νὰ στηρίξει, νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ ἀναγεννήσει τὸν ἄνθρωπο.
Αὐτὴ ἡ σχέση μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων εἶναι καὶ ἡ προϋπόθεση τῆς εἰρήνης καὶ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Μετὰ ἀπὸ αἰῶνες μίσους καὶ συγκρούσεων, μὲ βασικὸ κίνητρο τὴν αὐτοθέωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν δαιμονική του ἀλαζονεία, στὴν ἀνθρώπινη καρδιὰ ἐγκαθίσταται πλέον ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης. Αὐτὸς εἶναι ἡ μοναδικὴ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ σὲ μιὰ παγκόσμια εἰρήνη.
Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ κοινωνοῦμε Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ὑποδεχόμαστε στὴν ψυχή μας τὸν Ἀρχηγὸ τῆς εἰρήνης. Δὲν ἐγκλωβιζόμαστε, ὅμως, στὸν ἑαυτό μας. Τώρα, καλούμαστε νὰ διακηρύξουμε τὴν τριπλῆ αὐτὴ εἰρήνη στὸν κόσμο καὶ νὰ ἀποδείξουμε, μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας, πὼς μία νέα ζωὴ εἶναι ἐφικτή. Πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια πορεία ποὺ ἀκολούθησαν οἱ τρεῖς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, μετὰ τὴν Μεταμόρφωση στὸ ὅρος Θαβώρ. Ἐκεῖ ψηλά, βλέποντας τὸν Κύριο ἐνδεδυμένο μὲ τὸ ἄρρητο Ἄκτιστο Φῶς, ἡ πρώτη σκέψη τους ἦταν νὰ στήσουν σκηνὲς καὶ νὰ μείνουν ἐκεῖ γιὰ πάντα. Ὁ Χριστὸς ὅμως τοὺς ἐπανέφερε στὸν κόσμο, ἀφοῦ, προηγουμένως εἶχε φυτέψει μέσα τους τὴν πρώτη σπίθα τῆς Βασιλείας Του, ἡ ὁποία γιγαντώθηκε μὲ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ σκορπίστηκε, μὲ τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, ὡς πνευματικὸ πῦρ πρὸς ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα.
Ἔτσι κι ἐμεῖς, ἔχοντας λάβει Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ἐπιστρέφουμε στὸν κόσμο φωτισμένοι, ἀναζωογονημένοι, χριστοφόροι καὶ πνευματοφόροι. Δεχτήκαμε θεϊκὴ δωρεά, ἀναλαμβάνουμε ὅμως καὶ τὴν εὐθύνη νὰ διατηρήσουμε τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀμόλυντα, ὅπως ἀκριβῶς μᾶς χαρίστηκαν, προκειμένου νὰ καρποφορήσουν καὶ νὰ προσφερθοῦν στοὺς ἀνθρώπους.
Ἀδελφοί μου,
Μετὰ τὴν Θεία Μετάληψη, διαθέτουμε, πλέον, ἕναν ἄλλον, πνευματικά «μεταμορφωμένο» ἑαυτό. Ὅταν μᾶς δίνουν κάτι εὔθραυστο καὶ πολύτιμο, τὸ μεταφέρουμε μὲ ἄκρα προσοχὴ καὶ τὰ μάτια μας εἶναι διαρκῶς προσηλωμένα σὲ αὐτό, μὴν τύχει καὶ τὸ καταστρέψουμε. Μὲ τὴν ἴδια προσήλωση, ἀφοσίωση καὶ προσοχὴ πρέπει νὰ φροντίζουμε καὶ τὸν ἀναγεννημένο ἑαυτό μας.
Γιὰ τὸν κόσμο, ἴσως νὰ εἴμαστε οἱ ξένοι, οἱ παράξενοι, οἱ ἄγνωστοι. Τὴν οὐράνια χαρά μας ὁ κόσμος δὲν τὴν γνωρίζει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κατανοήσει. Οἱ δρόμοι τῆς σημερινῆς κοινωνίας εἶναι ἄλλοι, οἱ προτεραιότητές της διαφορετικές, ὅπως εἶναι καὶ οἱ ἐπιδιώξεις της.
Ἐμεῖς, ὅμως, ἀποτελοῦμε γῆ ποὺ δέχτηκε τὸν σπόρο τῆς ἀθανασίας. Ἔτσι μᾶς παρομοιάζει μὲ τρόπο ὑπέροχο καὶ ὁ Χριστός: «Μὲ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ συμβαίνει ὅ,τι μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ σπέρνει τνὸ σπόρο στὴν γῆ: κοιμᾶται τὴν νύχτα καὶ ξυπνάει τὴν ἡμέρα, κι ὁ σπόρος βλασταίνει κι αὐξάνει μὲ τρόπο ποὺ ὁ ἴδιος δὲν ξέρει. Ἡ γῆ καρποφορεῖ ἀπὸ μόνη της … Ὅταν ὡριμάσει ὁ καρπός, ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νὰ θερίζει, γιατί ἦρθε ὁ καιρὸς τοῦ θερισμοῦ». (Μρκ. 4:26-29).
Ἂς προσευχόμαστε, λοιπόν, διαρκῶς ὥστε, ἡ ὑπερκόσμια σπορὰ ποὺ λάβαμε νὰ ὁδηγήσει σὲ πλούσια καρποφορία. Ὁ πεινασμένος κόσμος ἀναμένει νὰ χορτάσει ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς ἀναγεννημένης ζωῆς μας. Ἂς μετατραποῦμε σὲ πηγὴ τῶν δωρεῶν ποὺ λάβαμε, ὥστε, τὸ ζωντανό μας παράδειγμα νὰ ἀποτελέσει γιὰ τοὺς συνανθρώπους μας δρόμο πρὸς τὴν οὐράνια χαρὰ καὶ τὴν θεϊκὴ εἰρήνη ποὺ τόσο πολὺ ἐπιθυμοῦν καὶ τόσο πολὺ στεροῦνται. Ἀμήν.
Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ