
Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,
Στὴν σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπή, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν χριστιανικὴ κοινότητα τῆς Ρώμης, διδάσκει πώς, μὲ τὴν Ἐνανθρώπηση, τὰ Πάθη καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τὸ ἀνθρώπινο γένος συμφιλιώθηκε ξανὰ μὲ τὸν ἐπουράνιο Πατέρα καὶ Δημιουργό του.
Μὲ κάθε τρόπο διακηρύττει πώς, παρ΄ ὅλο πού, ὡς ἄνθρωποι, δὲν ἀξίζαμε τέτοια μεγάλη εὐεργεσία, ὁ Θεὸς παραμέρισε τὴν δικαιοσύνη καὶ προέταξε τὴν ἀγάπη, προκειμένου νὰ μᾶς συναντήσει ξανά. Ἀκοῦστε μὲ πόση πίστη καὶ ἀγαλλίαση διδάσκει καὶ λέει: «Ὁ Χριστός, παρ’ ὅλο ποὺ ἤμασταν ἀκόμη ἀνίκανοι νὰ κάνουμε τὸ καλό, πέθανε γιά ἐμᾶς, τοὺς ἀσεβεῖς ἀνθρώπους καί, ξεπερνῶντας τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, ἔδειξε τὴν ἀγάπη του πρὸς ἐμᾶς, πού, ἐνῷ ζούσαμε ἀκόμα στὴν ἁμαρτία, ἔδωσε γιὰ μᾶς τὴν ζωὴ Τοῦ» (Ρωμ. 5: 6-8).
Καὶ ἡ περικοπὴ ὁλοκληρώνεται μὲ μιὰ φράση, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτει τὸ μεγαλεῖο τῆς προσκλήσεως στὴν Θεία Κοινωνία, τὴν ὁποία σὲ λίγο θὰ μᾶς ἀπευθύνει ὁ ἱερέας: «Παρ’ ὅ,τι ἤμασταν ἐχθροὶ μὲ τὸν Θεό, μᾶς συμφιλίωσε μαζί Του ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Υἱοῦ του» (Ρωμ. 5:10).
Σὲ κάθε Θεία Λειτουργία, φτάνει ἡ μεγάλη στιγμὴ νὰ ἀκούσουμε ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ἱερέως τὴν πρόσκληση, τὴν ὁποία, στὴν πραγματικότητα, μᾶς ἀπευθύνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Μιὰ πρόσκληση συμφιλιώσεως μαζί Του, μιὰ νέα εὐκαιρία γιὰ σχέση ὁλοκληρωτική, ἀφοσίωση πλήρη καὶ ἐμπιστοσύνη ἀκράδαντη στὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη Του: «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης, προσέλθετε».
Φόβος Θεοῦ, πίστη καὶ ἀγάπη! Αὐτά τα τρία συναποτελοῦν τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον προσερχόμαστε νὰ κοινωνήσουμε. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὴν δική μας συμμετοχὴ στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μας μέσῳ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του. Ἐκεῖνος προσφέρει δωρεὰν τὰ Ἅγια Μυστήριά Του. Μὲ δική Του πρωτοβουλία καὶ μὲ μοναδικὸ κίνητρο τὴν ἀγάπη Του, ἐξέρχεται στόν ἀγρό τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων καὶ σπέρνει τὰ μεγαλεῖα τῆς Θεότητός του. Μόνον, ὅμως, ὁ ὀργωμένος ἀγρός θὰ βρεθεῖ σὲ θέση νὰ ἀξιοποιήσει τὸν σπόρο καὶ νὰ ἀποδώσει καρπούς. Καὶ αὐτά τα τρία, ὁ φόβος Θεοῦ, ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη, εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ὀργώνουν τὸν ἀγρό τῆς ψυχῆς καὶ κάνουν τὸ χῶμα ἀφρᾶτο καὶ δεκτικὸ τῆς λυτρωτικῆς σπορᾶς.
Ὁ «φόβος» τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ διευκρινιστεῖ. Ὑπάρχουν δύο φόβοι: Ὁ ἕνας συνδέεται μὲ τὴν ἀπειλὴ τῆς Κολάσεως. Εἶναι ἀπαραίτητος ὡς παιδαγωγικὸ μέσον στὰ πρῶτα στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ φόβος αὐτὸς λειτουργεῖ στὴν ἀρχὴ εὐεργετικά, καθὼς ὁδηγεῖ στὴν ἐγκράτεια, τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ φόβου, πολλοὶ ἄνθρωποι ἀποδεσμεύτηκαν ἀπὸ ἕναν καταστροφικὸ τρόπο ζωῆς καὶ ἀποφάσισαν νὰ ἀλλάξουν. Πολέμησαν τὰ πάθη τους, ἀνακάλυψαν τὸν δρόμο τῆς προσευχῆς καὶ ὁδηγήθηκαν στὴν μετάνοια. Καί, καθὼς ἡ ἀλλαγὴ αὐτὴ παγιωνόταν, ἄρχισαν νὰ συμβαίνουν στὴν ψυχή τους θαύματα: Ἡ ψυχή τους ἡμέρεψε, ὁ θεῖος φωτισμὸς κατέκλεισε τὴν μέχρι πρό τινος ἐσκοτισμένη ψυχή τους καὶ τὸν ἀρχικὸ φόβο ἀντικατέστησε σταδιακὰ ἕνας ἄλλου εἴδους φόβος.
Καὶ οἱ Ἅγιοι ἔχουν φόβο Θεοῦ. Μόνον ποὺ ὁ φόβος τους δὲν ἀφορᾶ τὴν ἀπειλὴ τῆς κολάσεως ἀλλὰ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν χαρὰ ποὺ προσφέρει στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ ἕναν φόβο ποὺ δὲν ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ καυχᾶται πὼς ἡ ζωή του ἔγινε τέλεια καὶ προστατεύει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἔπαρση. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ὁ ἄνθρωπος, ἔστω καὶ ἂν βαδίζει σταθερὰ τὸν δρόμο τῆς θεώσεως, παραμένει ταπεινὸς καὶ προσεκτικός, μήπως ἐξ αἰτίας ἑνὸς καὶ μόνο λάθους, μίας καὶ μόνον ἁμαρτίας, στερηθεῖ τοὺς καρποὺς πολυετῶν πνευματικῶν ἀγώνων.
Αὐτὸν τὸν φόβο Θεοῦ συμπληρώνει ἡ πίστη. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἔχουμε δύο εἴδη πίστεως: Πρῶτον, τὴν κραταιὰ καὶ ἀναμφίβολη βεβαιότητα πώς, κατὰ τὴν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας, μπροστὰ στὸν πιστὸ στέκει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὅπως ἀναφέρει καὶ ἡ σχετικὴ εὐχὴ τῆς ἀκολουθίας τῆς Θείας Μεταλήψεως: «Πιστεύω, Κύριε, καὶ ὁμολογῶ ὅτι σὺ εἶ ἀληθῶς ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὦν πρῶτος εἰμί ἐγώ. Ἔτι πιστεύω ὅτι τοῦτο αὐτὸ ἐστι τὸ ἄχραντον Σῶμα σου καὶ τοῦτο αὐτὸ ἐστι τὸ τίμιον Ἄἷμά σου».
Ἡ πίστη αὐτὴ συνοδεύεται καὶ ἀπὸ μιὰ δεύτερη πίστη, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴν δύναμη καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἐμπιστοσύνη ποὺ δὲν ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ ἀπελπιστεῖ καὶ πού, ὅ,τι καὶ ἂν συμβεῖ, τὸν στρέφει διαρκῶς πρὸς τὴν ἐλπίδα τῆς πρόνοιας καὶ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὴν ἡ πίστη ἀναθερμαίνει μέσα στὴν ψυχὴ διαρκῶς τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, μεταβάλλοντας τὸν ἄνθρωπο σέ κοινωνὸ τῆς θείας ἀγάπης. Γι΄ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος διδάσκει ἐπιγραμματικά: «Ἀρχὴ εἶναι ἡ πίστη, τέλος ἡ ἀγάπη. Αὐτὰ τὰ δύο, ὅταν ἑνωθοῦν, ἀποκαλύπτουν μέσα στὴν ψυχὴ τὸν ἴδιο τόν Θεὸ» (ΒΕΠΕΣ, τ.2, 267).
Κοινωνοῦμε Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, στὴν πραγματικότητα ὅμως, ὅπως διδάσκει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ, γευόμαστε τὴν οὐράνια τροφὴ τῆς ἀγάπης. Αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν ἀληθινὴ βρώση καὶ τὴν πόση. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ χαρίσει διαρκῆ εὐφροσύνη στὴν ἀνθρώπινη καρδιὰ (Τὰ εὑρεθέντα ἀσκητικά, 282-3). Αὐτὴ εἶναι ἡ τροφὴ στὸ ἐπουράνιο δεῖπνο ποὺ μᾶς ὑποσχέθηκε ὁ Χριστὸς (Λκ. 22: 39).
Μπροστὰ στὸ Ἅγιο Ποτήριο, ὁ κάθε πιστὸς ἔρχεται πεινῶντας καὶ διψῶντας Χριστό, ἀλλὰ καὶ συμφιλιωμένος μὲ τοὺς ἀδελφούς του. Μόνον μέ αὐτό τον τρόπο παραδίδει στὸν Ἐπουράνιο Σπορέα τὸν ἕτοιμο ἀγρό τῆς ψυχῆς του. Ὁ ἱερέας κοινωνεῖ τὸν κάθε πιστό, λέγοντας: «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον…».
Κάθε φορά, ὅμως, ὁ πιστὸς καλεῖται μὲ τὸν ὄνομά του. Μὲ τὸ ὄνομα ποὺ βαφτίστηκε καὶ πολιτογραφήθηκε πολίτης τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ Θεία Κοινωνία γίνεται μιὰ προσωπικὴ συνάντηση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ. Ὁ Κύριος γίνεται κτῆμα τοῦ καθενὸς προσωπικὰ καὶ προσφέρει πρὸς αὐτὸν ποὺ κοινωνεῖ τὸν ἑαυτό Του, μεταβάλλοντάς τον συγχρόνως σὲ μέλος τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας Του.
Ἀδελφοί μου,
Οἱ εὐεργετικὲς συνέπειες τῆς Θείας Κοινωνίας δὲν μποροῦν νὰ περιγραφοῦν μὲ λόγια. Καθὼς τὸ σῶμα μας ἑνώνεται μὲ τὸ Ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅλα τὰ μέρη τῆς ὑπάρξεώς μας μεταμορφώνονται. Ὁ νοῦς μας ἑνώνεται μὲ τὸν νοῦ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀτενίζουμε τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα μὲ τὸν δικό Του τρόπο. Ἡ θέλησή μας ἑνώνεται μὲ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ πλέον ἐπιζητοῦμε αὐθόρμητα καὶ χωρὶς κόπο μόνο ἐκεῖνα ποὺ Ἐκεῖνος θέλει· τὰ ἅγια, τὰ ἁγνά, τὰ ἀναμάρτητα.
Στὴν κατάσταση αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος βιώνει ἐμπειρίες καὶ συναισθήματα πέραν πάσης περιγραφῆς. Ὁ ἅγιος Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος, θέλοντας νὰ περιγράψει αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες, καταφέρνει μόνο νὰ ἀπορεῖ: «Πῶς νὰ περιγράψω τὴν ἀπερίγραπτη εὐσπλαχνία σου, Σωτῆρα μου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώνεις ἐμένα, τὸν ἀκάθαρτο, τὸν ἄσωτο καὶ τὸν διεφθαρμένο νὰ γίνω μέλος δικό Σου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ ντύνεις μὲ τὴν λαμπρότητα τῆς στολῆς τῆς ἀθανασίας καὶ νὰ μεταβάλεις ὅλα μου τὰ μέλη σὲ πηγὴ φωτός;» (Sources Chretiennes, 156, 176-8).
Τέτοιες ἐμπειρίες ἐπιφυλάσσει καὶ σ΄ ἐμᾶς ἡ Θεία Κοινωνία. Ποιά ἀνθρώπινη χαρὰ καὶ ποιά κοσμικὴ ἀπόλαυση μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ αὐτὸν τὸν συγκλονισμὸ χαρᾶς καὶ φωτός; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος, ἔχοντας γευθεῖ, ἔστω καὶ λίγο, τὴν ἐμπειρία αὐτῆς τῆς συναντήσεως μὲ τὸν Κύριο, νὰ προτιμήσει ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο;
Ἂς μὴν ἐπιτρέψουμε ποτὲ στὸν ἑαυτό μας νὰ προσέλθει ἀπροετοίμαστος στὴ Θεία Κοινωνία. Ἂς μὴν τοῦ στερήσουμε ποτέ, ἐξ αἰτίας τῆς ἀμέλειας καὶ τῆς ραθυμίας μας, τὴν προετοιμασία τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, καθιστῶντας τὸν ἄγευστο αὐτῶν τῶν δωρεῶν. Ἂς καλλιεργοῦμε μὲ ἐπιμονὴ καὶ ζῆλο τὸν φόβο Θεοῦ, τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη καὶ ἂς εἴμαστε βέβαιοι πώς, ἀκόμη καὶ ὁ ἐλάχιστος πνευματικὸς κόπος, θὰ ἐπιφέρει στὴν ὕπαρξή μας πλῆθος ἐπουρανίων δωρεῶν καὶ πρόγευση ζωῆς αἰωνίου. Ἀμήν.
Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ