
Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,
Ἀπὸ τὶς πρῶτες κιόλας ἡμέρες τῆς ἱδρύσεώς Της, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διώκεται, ἄλλοτε μὲ φανερὲς ἐπιθέσεις καὶ ἄλλοτε μὲ τὴν χλεύη, τὴν συκοφαντία καὶ τὶς ἀνυπόστατες κατηγορίες ἐναντίον Της.
Μιὰ τέτοια κατηγορία ἔχει νὰ κάνει μὲ τήν, δήθεν, ὑποτίμηση ποὺ ἐπιφυλάσσει ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία στὴν γυναῖκα. Ἰδιαίτερα στὶς ἡμέρες μας, ὅπου ἐπιχειρεῖται ἡ ἀμφισβήτηση καὶ ἡ κατεδάφιση τῶν ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀποϊεροποίηση κάθε πτυχῆς τῆς ζωῆς μας, στὶς συχνὲς καὶ συστηματικὲς ἐπιθέσεις ποὺ δέχεται ἡ Ἐκκλησία, περιλαμβάνεται καὶ ἡ κατηγορία πὼς ἀντιμετωπίζει τὴν γυναῖκα ὡς ἄνθρωπο «δεύτερης κατηγορίας», συγκριτικὰ μὲ τὸν ἄνδρα.
Τέτοιου εἴδους μομφές, ἡ Ἐκκλησία τὶς ἀντιμετωπίζει μὲ λίγα ἀλλὰ πανίσχυρα καὶ ἀκράδαντα ἐπιχειρήματα. Τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἡ ἀνάδειξη τοῦ προσώπου τῆς Θεοτόκου, ὡς τῆς καθαρότερης καὶ ἁγιώτερης ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, μέσῳ τῆς ὁποίας, ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ τὸ ἀνθρώπινο γένος ξαναβρῆκε τὸν δρόμο πρὸς τὴν θέωση.
Ἕνα δεύτερο ἐπιχείρημα ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν σημερινὴ ἡμέρα: Σήμερα, δεύτερη Κυριακὴ τῆς Ἀναστάσιμης καὶ τῆς πιὸ χαρμόσυνης περιόδου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ποὺ διαρκεῖ σαράντα ἡμέρες μέχρι τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἐμφανίζονται οἱ Μυροφόρες, ὡς γυναῖκες μὲ βαθιὰ πίστη καὶ θάρρος ποὺ ἀποφασίζουν νὰ μὴν ἀφήσουν μόνο τὸν ἐνταφιασμένο Διδάσκαλο, ἔστω κι ἂν ἡ πράξη Του αὐτὴ ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ τὶς φέρει ἀντιμέτωπες μὲ τὴν ἑβραϊκὴ κοινωνία ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ρωμαϊκὴ κουστωδία. Τὴν ὥρα ποὺ οἱ μαθητὲς ἔχουν πρὸ πολλοῦ ἐγκαταλείψει τὸν Χριστὸ καὶ κρύβονται, φοβούμενοι τὸν ὄχλο, οἱ θαρραλέες Μυροφόρες γυναῖκες μένουν πιστὲς στὸν Κύριο καὶ ἀναδεικνύονται ὡς οἱ πρῶτες αὐτόπτες μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεώς Του ἀλλὰ καὶ ὡς οἱ πρῶτες ἀπόστολοι τῆς νίκης Του ἐπὶ τοῦ θανάτου. Εἶναι αὐτὲς ποὺ μεταφέρουν τὸ πρῶτο «Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ ἀναλαμβάνουν νὰ ἐμψυχώσουν τοὺς μαθητές, γενόμενες φορεῖς ἑνὸς ὑπερκόσμιου φωτὸς ποὺ πλημμύρισε τὶς καρδιές τους μπροστὰ στὸ κενὸ μνημεῖο.
Σὰν ἕνας ἄνθρωπος, μὲ ἕνα σῶμα καὶ μιᾶ καρδιά, ξεκίνησαν γιὰ νὰ μυρώσουν τὸ ἄψυχο σῶμα. Καὶ ὅταν ὁ Ἄγγελος τῆς Ἀναστάσεως ἐμφανίζεται ἐνώπιόν τους, μιᾶ ἀνάλογη παραγγελία ἑνότητος τοὺς μεταφέρει: «Πηγαίνετε τώρα καὶ πεῖτε στοὺς μαθητές του καὶ στὸν Πέτρο: “πηγαίνει πρὶν ἀπὸ σᾶς στὴν Γαλιλαία καὶ σᾶς περιμένει· ἐκεῖ θὰ τὸν δεῖτε, ὅπως σᾶς τὸ εἶπε”» (Μρκ 16:7).
Ναί, ἀδελφοί μου! Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἡ λατρεία πρὸς τὸν Ἀναστάντα Υἱό Του νὰ ἀποτελεῖ γεγονὸς τῆς ἑνότητος ἐκείνων ποὺ θὰ πιστέψουν στὴν Ἀνάστασή Του. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐμφανίσεών Του μέχρι τὴν Ἀνάληψη, ὁ Ἀναστημένος Κύριος ἐμφανίζεται μόνον ἐν μέσῳ τῶν πολλῶν, ἐν μέσῳ τῆς κοινότητος, οὐσιαστικὰ ἐν μέσῳ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὰ μέλη συνδέονται ὡς ἕνας ἄνθρωπος «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδία».
Αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία τοῦ Κυρίου γιὰ ἑνότητα διατήρησε μέχρι σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, ὡς μία πολύτιμη παρακαταθήκη, τὴν ὁποία, σὲ κάθε Θεία Λειτουργία, ὑπενθυμίζει κατὰ τὴν πιὸ σημαντικὴ στιγμή: τὴν στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία ὁλοκληρώνεται ἡ εὐχὴ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς, τῆς σπουδαιότερης προσευχῆς τῆς Θείας Λειτουργίας. Πῶς τελειώνει ἡ προσευχὴ αὐτή; «Καὶ δὸς ἡμῖν, ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ, δοξάζειν καὶ ἀνυμνεῖν τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πὰτρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τὸὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Γιὰ νὰ μπορέσουμε, ὡς μιὰ μεγάλη οἰκογένεια, νὰ δοξολογήσουμε τὸ πάντιμο καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ ἑνώσουμε τὶς καρδιὲς καὶ τὶς φωνές μας. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἑνότητα αὐτή, τὴν ζητοῦμε ὡς δῶρο ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτὸ ἑνοποιεῖ, Αὐτὸ συνδέει, Αὐτὸ ἑνώνει, ὥστε, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολή του, νὰ ἀποκτήσουμε ὅλοι «τὴν ἴδια ψυχὴ καὶ τὸ ἴδιο φρόνημα» (2:2).
Ἔχει γνωρίσει τέτοιες ἐμπειρίες ἑνότητος ἡ Ἐκκλησία μας, ἰδιαίτερα κατὰ τὴν διάρκεια τῶν πρώτων χρόνων τῆς ἱδρύσεώς Της· τότε πού, ὅπως γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος, «οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ εἶχαν τὰ πάντα κοινά: τὴν ζωή, τὴν ψυχή, τὴν γνώμη, τὰ δεῖπνα τῆς ἀγάπης. Τότε πού, ἂν καὶ ἦταν πολλὰ σώματα, ἕνα ἔργο ἐπιτελοῦσαν, ἂν καὶ ἦταν πολλὲς ψυχές, μία ἀδιαίρετη ὁμόνοια ὑπηρετοῦσαν. Πῶς; Μὲ ἀγάπη, χωρὶς καμία ὑποκρισία» (Πατρολογία J–P.Μigne, 31, 325b), «σὰν πολλὲς χορδὲς μιᾶς λύρας ποὺ ἀναπέμπει τὴν ἴδια μελωδία» (56, 281).
Ὅπως τότε, ἔτσι καὶ σήμερα, τίποτε ἀτομικὸ δὲν ὑπάρχει στὴν θεία λατρεία. Τίποτε ἀτομικὸ δὲν ὑπάρχει γενικότερα στὴν πνευματικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ μεγαλύτερη ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀγάπης Του. Τὸ μεγαλύτερο δῶρο τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι τὸ δῶρο τῆς ἀγάπης. Πίστη δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει χωρὶς ἔργα ἀγάπης (Ἰακ. 2:20). Ἀγάπη εἶναι ἡ ἔμπρακτη πίστη. Καὶ ὁ γλυκύτερος καρπὸς τοῦ δέντρου τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Χωρὶς αὐτήν, τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας παραμένει ἀνενεργό. Χωρὶς αὐτήν, ἀπαρνιόμαστε τὸν κυριότερο σκοπὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ καὶ ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὴν μεγαλύτερη ἐπιθυμία Του, ὅπως Ἐκεῖνος μᾶς τὴν ἀποκάλυψε στὴν Ἀρχιερατικὴ Προσευχή Του: «Δὲν προσεύχομαι μόνο γι’ αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ κείνους ποὺ μὲ τὸ κήρυγμα αὐτῶν θὰ πιστεύουν σ’ ἐμένα, ὥστε νὰ εἶναι ὅλοι ἕνα, ὅπως ἐσύ, Πατέρα, εἶσαι ἑνωμένος μ’ ἐμένα κι ἐγὼ μ’ ἐσένα. Νὰ εἶναι κι αὐτοὶ ἑνωμένοι μ’ ἐμᾶς, κι ἔτσι ὁ κόσμος νὰ πιστέψει ὅτι μ’ ἔστειλες ἐσὺ» (Ἰω 17:20-21).
Ἀδελφοί μου,
Ἡ Θεία Κοινωνία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν κορύφωση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἦρθε νὰ προσδώσει μιὰ ἀνώτερη πνευματικὴ διάσταση στὶς θυσίες ποὺ ἐπιτελοῦσαν οἱ Ἑβραῖοι. Ἐκεῖνοι προσέφεραν θυσίες ζώων, τὰ ὁποῖα, κατόπιν, ἔτρωγαν. Καὶ στὴν Θεία Λειτουργία μιᾶ θυσία ἐπιτελεῖται· μόνο πού, Αὐτὸς ποὺ θυσιάζεται εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, τοῦ Ὁποίου λαμβάνουμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα. Αὐτὸ ὅμως, ποὺ ἀνέφερε ὁ Κύριος ὡς προϋπόθεση τῶν παλαιῶν θυσιῶν ἰσχύει καὶ γιά ἐμᾶς: «Ὅταν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸ ναὸ κι ἐκεῖ θυμηθεῖς πὼς ὁ ἀδερφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου, ἄφησε ἐκεῖ, μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο τοῦ ναοῦ, τὸ δῶρο σου καὶ πήγαινε νὰ συμφιλιωθεὶς πρῶτα μὲ τὸν ἀδερφό σου. Ἀφοῦ γίνει αὐτό, ἔλα νὰ προσφέρεις τὸ δῶρο σου» (Μτθ. 5:23-24).
Ὅπως διαπιστώνουμε, ἡ πρόσκληση γιὰ ἑνότητα ποὺ μᾶς ἀπευθύνει ὁ Ἱερέας στὸ τέλος τῆς μεγάλης εὐχῆς τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα συμπλήρωμα, ἀλλὰ ἀπαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου νὰ βαδίσουμε πρὸς τὴν Θεία Κοινωνία. Γνωρίζουμε πώς, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες συνέπειες τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ διχόνοια καὶ τὸ μῖσος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Γνωρίζουμε, ὅμως, ἐπίσης, πὼς ἡ μετάνοια καὶ ἡ βαθιὰ πίστη, μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ δεχθοῦμε τὸ θεῖο δῶρο τῆς ἑνότητος καὶ τῆς ἀγάπης.
Ὅσο δοξολογοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία ποὺ μᾶς χάρισε, τόσο ἡ δική Του ἀγάπη θὰ πλημμυρίζει τὶς καρδιές μας. Ὅσο ἑνωνόμαστε μὲ Ἐκεῖνον, τόσο θὰ ἑνωνόμαστε μὲ τοὺς ἀδελφούς μας. Σὲ κάθε Θεία Λειτουργία λοιπόν, ἂς γεμίζει τὴν ὕπαρξή μας ὁ πόθος τῆς ἑνότητος καὶ ἂς εἴμαστε βέβαιοι πὼς ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης δὲν θὰ ἀφήσει ἀναπάντητη αὐτή μας τὴν ἐπιθυμία. Ἀμήν.
Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ