16 Οκτωβρίου, 2026

Μήνυμα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ Δαμασκηνου για την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Μήνυμα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ Δαμασκηνου για την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,

            Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,

Ἦταν πρὶν ἀπὸ περίπου ὀγδόντα χρόνια, τὸ 1944, λίγο πρὶν τελειώσει ὁ Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ὅταν ἕνας διάσημος Γάλλος φιλόσοφος ἔγραψε μιὰ φράση ποὺ συντάραξε τὴν Εὐρωπαϊκὴ κοινωνία: «Ἡ κόλαση εἶναι οἱ ἄλλοι».

Δὲν χρειάζεται νὰ γνωρίζουμε φιλοσοφία γιὰ νὰ καταλάβουμε τί ἐννοεῖ ὁ φιλόσοφος μέ αὐτὴ τήν φράση. Ὁ ἄνθρωπος, πολλὲς φορές, δυσκολεύεται νὰ ζήσει μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Πληγώνεται ἀπὸ τὴν συμπεριφορά τους, φοβᾶται τὴν κρίση τους, ὑποφέρει ἀπὸ τὴν ἀπόρριψη καὶ αἰσθάνεται ὅτι ἡ ζωὴ μαζὶ τους βρίσκεται διαρκῶς στὸ στόχαστρο τῆς κατακρίσεώς τους.

Τότε, μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ μέσα του ἡ σκέψη: «Καλύτερα νά εἶμαι μόνος μου. Δὲν ἔχω ἀνάγκη κανέναν».

Ὅμως ἡ μοναξιὰ δὲν εἶναι ἡ λύση. Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς σχέση ἐπικοινωνίας. Ἔχει ἀνάγκη τὸν ἄλλον. Ἔχει ἀνάγκη νὰ ἀγαπήσει καὶ νὰ ἀγαπηθεῖ, νὰ προσφέρει καὶ νὰ δεχθεῖ, νὰ μοιραστεῖ τὴν χαρὰ καὶ τὸν πόνο μέ τόν διπλανό του.

Καὶ ὑπάρχει κάτι ἀκόμη ποὺ κάνει σήμερα τὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων δύσκολες: ἡ καχυποψία. Πολλὲς φορὲς βλέπουμε τὸν ἄλλον καί, πρὶν ἀκόμη τὸν γνωρίσουμε, ὑποψιαζόμαστε τὶς προθέσεις του. Νομίζουμε ὅτι κάτι θέλει νὰ μᾶς ἀποσπάσει. Ὅτι προσπαθεῖ νὰ μᾶς ἐκμεταλλευθεῖ. Ὅτι θέλει νὰ μᾶς ξεγελάσει ἢ νὰ μᾶς βλάψει.

Αὐτὴ ἡ καχυποψία δηλητηριάζει τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Ἐκεῖ ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει ἡ ἐμπιστοσύνη, γεννιέται ὁ φόβος. Ἐκεῖ ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει ἡ συνεργασία, γεννιέται ὁ ἀνταγωνισμός. Ἐκεῖ ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει ἡ ἀγάπη, δημιουργεῖται ἡ ἀπόσταση.

Ὅταν ἡ καχυποψία, λοιπόν, γίνεται τρόπος ζωῆς, ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νὰ βλέπει παντοῦ ἐχθρούς. Κλείνεται στὸν ἑαυτό του καὶ δυσκολεύεται νὰ πλησιάσει τὸν ἄλλον.

Σήμερα, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μας δείχνει ἕναν ἐντελῶς διαφορετικὸ δρόμο.

Στήν σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπή, ἀπευθύνεται στοὺς Χριστιανοὺς τῶν Κολοσσῶν, μιᾶς πόλεως τῆς κεντρικῆς ἐνδοχώρας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὁ Παῦλος γράφει τὴν ἐπιστολὴ ἐν ὅσῳ, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, βρίσκεται στὴν φυλακὴ τῆς Ρώμης, στὴν πρώτη του αἰχμαλωσία. Βιώνει στιγμές, κατὰ τὶς ὁποῖες, συνήθως, ἡ μοναξιὰ καὶ ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μεγαλώνει. Κι ὅμως! Καθὼς ὁ Παῦλος μιλᾶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται κοντά του ἢ γιὰ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους στέλνει τὴν ἐπιστολή, δὲν μιλᾶ σὰν ἄνθρωπος μόνος καὶ ἐγκαταλειμμένος. Ἀντίθετα!

Μιλᾶ, ἐκφράζοντας ἀπέραντη χαρὰ γιὰ τοὺς δεσμοὺς ποὺ τὸν συνδέουν μαζί τους. Μιλᾶ μὲ εὐγνωμοσύνη ποὺ ὑπάρχουν στὴν ζωή του. Μιλᾶ μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη. Τὸν συνεργάτη του Τυχικὸ τὸν ὀνομάζει «ἀγαπητὸν ἀδελφὸν καὶ πὶστὸν διάκονον». Τὸν συνοδοιπόρο του Ὀνήσιμο, «πιστὸν καὶ ἀγαπητὸν ἀδελφὸν» (4:7-9).

Καί, καθὼς ἀναφέρεται μὲ τὰ ἴδια συναισθήματα καὶ σὲ ὁρισμένους ἀκόμη, συμπληρώνει κάτι πολὺ ὄμορφο: ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔγιναν γι’ αὐτὸν «παρηγορία» (4:11).

Ὁ Παῦλος βρίσκεται στὴν φυλακή. Στερεῖται τήν ἐλευθερία. Ἔχει ὅμως ἀνθρώπους ποὺ στέκονται κοντά του, ἀποτελῶντας γι΄ αὐτὸν στήριγμα καὶ ἀπαντοχή. Πόσο διαφορετική εἶναι αὐτή ἡ εἰκόνα ἀπὸ ἐκείνη τοῦ ἀνθρώπου ποὺ βλέπει παντοῦ ἐχθρούς!

Γιὰ τὸν Παῦλο, ὁ «ἄλλος» δὲν εἶναι κάποιος ποὺ πρέπει νὰ φοβηθῶ, νὰ ἀνταγωνιστῶ ἢ νὰ ἐξουσιάσω. Ἀντιθέτως, εἶναι ὁ ἀδελφός μου. Καὶ λίγο πρὶν ἀπὸ τοὺς χαιρετισμοὺς αὐτούς, ὁ Ἀπόστολος γράφει: «Τὰ λόγια σας (ἀκόμη καὶ πρὸς ἐκείνους ποὺ δὲν εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας), νὰ εἶναι πάντα γεμᾶτα χάρη κι ὄχι ἀνούσια» (4:6).

Τί ἁπλῆ καὶ πόσο σημαντικὴ συμβουλή! Νὰ μιλᾶμε στοὺς ἄλλους μὲ καλοσύνη. Νὰ μὴν τοὺς προσβάλλουμε. Νὰ μὴν βιαζόμαστε νὰ τοὺς καταδικάσουμε. Νὰ ἀκοῦμε. Νὰ προσπαθοῦμε νὰ καταλάβουμε. Νὰ δίνουμε χῶρο στὸν ἄλλον. Ὁ ἄνθρωπος ἀπέναντί μας, ὅποιος κι ἂν εἶναι, δὲν εἶναι ἁπλῶς «ὁ ἄλλος». Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος σὰν κι ἐμᾶς. Ἔχει τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες του. Ἔχει τὶς ἀδυναμίες καὶ τοὺς φόβους του. Κάνει λάθη, ὅπως κάνουμε κι ἐμεῖς. Πληγώνεται, ὅπως πληγωνόμαστε κι ἐμεῖς. Ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀγάπη, ὅπως κι ἐμεῖς.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νὰ ἀλλάξουμε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπουμε τὸν συνάνθρωπό μας: Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μὲ δυσκολεύει δὲν εἶναι ἀπαραίτητα ἐχθρός μου. Ἐκεῖνος ποὺ μὲ πληγώνει μπορεῖ νὰ γίνει ἀφορμὴ νὰ μάθω τὴν συγχώρηση. Ἐκεῖνος ποὺ ὑποφέρει μπορεῖ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος στὸν ὁποῖο θὰ προσφέρω τὴν συμπαράστασή μου. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνάγκη, μπορεῖ νὰ γίνει ἡ εὐκαιρία νὰ καταλάβω ὅτι ἡ ζωή μου δὲν ὑπάρχει μόνο γιὰ νὰ ἱκανοποιῶ τὸν ἑαυτό μου. Ἐκεῖνος ποὺ φοβᾶμαι πὼς θὰ μὲ βλάψει, μπορεῖ νὰ γίνει ὁ πιὸ πιστός μου φίλος καὶ ὁ πιὸ ἀξιόπιστος συνεργάτης μου.

Ἀδελφοί μου,

Ἡ σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπὴ ἀποκαλύπτει τὴν μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ, στηριζόμενος μόνον στὰ ἀνθρώπινα συναισθήματά του καὶ σέ ἐκεῖνον ποὺ προσπαθεῖ νὰ ζήσει, ἀντλῶντας ἀγαθὴ προδιάθεση γιὰ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος στηρίζεται μόνο στὶς δυνάμεις του, εὔκολα κουράζεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Σχετίζεται, περιμένοντας διαρκῶς ἀπὸ αὐτοὺς νὰ τὸν καταλάβουν, νὰ τὸν ἀποδεχθοῦν καὶ νὰ τὸν δικαιώσουν. Καὶ ὅταν αὐτὸ δὲν συμβαίνει, αἰσθάνεται προδομένος, πληγώνεται καὶ ἀπομακρύνεται.

Ὁ Χριστὸς ὅμως μᾶς δείχνει ἕναν ἄλλο δρόμο: Δὲν μᾶς ὑπόσχεται ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ εἶναι πάντοτε ὅπως τοὺς θέλουμε. Μᾶς μαθαίνει ὅμως νὰ τοὺς βλέπουμε διαφορετικά. Νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε μόνο μὲ τὰ μάτια τῆς δικῆς μας ἀπαιτήσεως ἀλλά μέ αὐταπάρνηση καί ἀγάπη.

Αὐτὴ ἡ διαφορετικὴ στάση πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους σκοποὺς τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας μας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἡ συμμετοχή μας στὴν ἐκκλησιαστικὴ – μυστηριακή  ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζεται μόνο στὴν τήρηση κάποιων ἐντολῶν ἢ στὴν ἐκπλήρωση θρησκευτικῶν καθηκόντων. Σκοπός της εἶναι νὰ μᾶς ἑνώσει μὲ τὸν Χριστό. Καὶ ὅσο πλησιάζουμε τὸν Χριστό, τόσο ἀλλάζει καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο βλέπουμε τὸν συνάνθρωπό μας.

Ἂν εἴμαστε ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό, ὁ «ἄλλος» δὲν μπορεῖ νὰ παραμένει ἁπλῶς ὁ «ἄλλος, ὁ ἀδιάφορος, ὁ ξένος». Γίνεται ὁ πλησίον.

Ἀδελφοί μου,

Πολλοὶ ἄνθρωποι ζοῦν γύρω μας σὰν νὰ βλέπουν στὰ πρόσωπα τῶν ἄλλων τὴν κόλασή τους. Τὸ Εὐαγγέλιο ὅμως μᾶς καλεῖ νὰ ἀλλάξουμε τὴν ματιά μας καὶ νὰ ζεστάνουμε τὴν καρδιά μας. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο θαῦμα ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιτελέσει ὁ Χριστὸς μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου:

Τὸν ἄνθρωπο ποὺ βλέπουμε ὡς ξένο, νὰ τὸν δοῦμε ὡς ἀδελφό. Τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀντιμετωπίζουμε ὡς ἀπειλή, νὰ τὸν πλησιάσουμε. Τὸν ἄνθρωπο ποὺ γεμίζει συχνὰ τὴν καρδιά μας μὲ καχυποψία, νὰ τοῦ χαρίσουμε τὴν ἐμπιστοσύνη μας.

Σὲ μία κοινωνία ποὺ ἀπομονώνει, ἀπομακρύνει καὶ διχάζει τοὺς ἀνθρώπους, ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, θεμελιώνει ἕναν ἄλλον τρόπο ζωῆς ποὺ περιγράφεται σὲ τρεῖς φράσεις:

Ὁ ἕνας μαζὶ μὲ τὸν ἄλλον!

Ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον!

Καὶ ὅλοι μαζὶ ἐν Χριστῷ!

Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,

 Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Related posts