27 Αυγούστου, 2026

Τελευταια Νεα

Μήνυμα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ Δαμασκηνου για την Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Μήνυμα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ Δαμασκηνου για την Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,

Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα, 

Δέν ὑπάρχει στίχος τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πού νά μήν ἀποκαλύπτει τήν φλογερή του ἐπιθυμία νά βιώνει διαρκῶς τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί νά μήν διαβεβαιώνει τούς ἀναγνῶστες του γιά τήν ἀσύγκριτη χαρά πού προσφέρει ἡ μόνιμη κοινωνία μαζί Του μέσω τῆς πίστεως· πίστεως πού πλημμύρισε τήν καρδιά του ἐκεῖνο τό μεσημέρι στόν δρόμο πρός τή Δαμασκό καί τόν ἐνδυνάμωσε μέχρι τό μαρτυρικό του τέλος στή Ρώμη. Ἡ σημερινή ἀποστολική περικοπή ἀποτελεῖ τόν ἐπίλογο τῆς πρώτης Ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου πρός τούς Κορινθίους. Καί ἐδῶ ὁ ζῆλος καί ἡ ἀγάπη του πρός τά πνευματικά του τέκνα στήν Κόρινθο εἶναι ὁλοφάνερα: «Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε. Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω» (Α΄ Κορ. 16:13-14).

Πίστη, ἀνδρεία καί ἀγάπη εἶναι οἱ τρεῖς συμβουλές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὄχι μόνο πρός τούς Κορινθίους ἀλλά καί πρός τόν χριστιανό κάθε ἐποχῆς. Ἄν καί ἔζησε πρὶν ἀπό δύο χιλιάδες χρόνια, εἶναι σάν νά ἀφουγκράζεται τόν πόνο καί τήν ἀγωνία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καί στέκει, ὅπως ὅλοι οἱ Ἅγιοι μέ τή χάρη τους καί μέ τίς νουθεσίες τους, ὡς συνοδοιπόρος σέ ὅσους ἐπιθυμοῦν νά ἀκολουθήσουν τήν ὁδό πού ὁδηγεῖ στόν Χριστό.

Ὅσο γιά τήν τελευταία φράση τῆς σημερινῆς περικοπῆς, ἀλλά καί ὁλόκληρης τῆς ἐπιστολής πρός Κορινθίους, μία προσευχή καί ἕνας διακαής πόθος ξεχειλίζουν ἀπό τίς λέξεις: «Εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα. Μαρὰν ἀθά. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μεθ’ ὑμῶν» (16, 22-23). Δηλαδή, ὅποιος δέν ἀγαπᾶ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἀποκόπτεται ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. «Μαρὰν ἀθά», δηλαδή «ὁ Κύριος ἔρχεται», ἤ «Ἐλθέ, Κύριε».

Εἶναι βέβαιο πώς αὐτή ἡ τελευταία φράση ἀποτελοῦσε πάντοτε τήν κατάληξη κάθε προσευχῆς του καί, κατά πάσα πιθανότητα, θά ἦταν καί ἡ τελευταία του σκέψη προτοῦ τό ξίφος ἐπιφέρει τό μαρτυρικό τέλος κατά τήν ὥρα τῆς τελείωσής του. Αὐτή ἡ φράση δέν μπορεῖ παρά νά ἀποτελεῖ καί τή συμπύκνωση ὅλης τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης στόν Χριστό γιά ὅσους στρέφουν τά μάτια τους πρός Ἐκεῖνον καί ἐναποθέτουν σ’ Αὐτόν ὅλες τους τίς ἐλπίδες γιά τή χαρά καί τή σωτηρία τους.

Ὅλοι οἱ Πατέρες καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας συμφωνοῦν ἀπόλυτα πώς αὐτή ἡ φράση περιγράφει μέ τόν πλέον σαφή καί περιεκτικό τρόπο τήν κατάσταση στήν οποία πρέπει νά βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν προσέρχεται στή Θεία Κοινωνία. Οὐσιαστικά, ἡ Θεία Μετάληψη ἀποτελεῖ τήν ἀνταπόκριση τοῦ Χριστοῦ στό φλογερό αἴτημα τῆς ψυχῆς: «Ἐλθέ, Κύριε, ἐλθέ».

Πρόκειται γιά ἐκείνη τή φλόγα πού ἔκανε τούς πρώτους χριστιανούς νά θεωροῦν ἀδιανόητο νά μήν κοινωνήσουν σέ κάθε Θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία μάλιστα τελοῦταν καθημερινά. Ἐκεῖνοι πού ἀσχολοῦνται μέ τήν ἱστορία τῆς ὀρθόδοξης λατρείας γνωρίζουν πώς, κατά τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες, ἐκεῖνος πού δέν κοινωνοῦσε ἔπρεπε δημοσίως νά γνωστοποιήσει στούς ἀδελφούς του τόν λόγο, ὅπως ἀναφέρουν ὁ ὄγδοος καί ὁ ἔνατος Ἀποστολικός Κανόνας.

Γιά τήν Ἐκκλησία μας ἡ Θεία Κοινωνία ἀποτελεῖ τροφή τῆς ψυχῆς, ἐνδυνάμωση τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα καί φάρμακο κατά τῶν τραυμάτων πού προκαλοῦν τά πάθη καί οἱ πειρασμοί. Ἡ συχνή Θεία Κοινωνία καθίσταται τό κέντρο τῆς ζωῆς καί κρατᾶ διαρκῶς τόν ἄνθρωπο σέ ζωντανή κοινωνία μέ τόν Χριστό.

Ἀκριβῶς ἀπό τό σημεῖο αὐτό προκύπτουν δύο ἐρωτήματα: Τό πρῶτο: Ἄν κοινωνοῦμε πολύ συχνά, μήπως ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νά ὑποτιμήσουμε τή σημασία τοῦ Μυστηρίου καί νά μεταβληθεῖ ἡ Θεία Μετάληψη σέ μία τυπική  συνήθεια; Καί ἕνα δεύτερο ἐρώτημα: Μήπως, ἄν κοινωνοῦμε σπάνια μέ τό πρόσχημα τῆς ἀδυναμίας μας νά προετοιμαστοῦμε ὅπως πρέπει, ἀπομακρυνόμαστε σταδιακά ἀπό τό Ἅγιο Ποτήριο καί μοιραῖα ψυχραίνεται ἡ κοινωνία μας μέ τόν Χριστό; Καί, τελικῶς, πόσο συχνά πρέπει νά κοινωνοῦμε;

Στά ἐρωτήματα αὐτά, πού ἀπασχολοῦν πολλούς χριστιανούς, ἔρχεται νά ἀπαντήσει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος: «Δέν ἐπαινῶ, γράφει, οὔτε αὐτούς πού κοινωνοῦν μία φορά, οὔτε αὐτούς πού κοινωνοῦν πολλές φορές, ἀλλά ἐκείνους πού προσέρχονται μέ καθαρή συνείδηση, καθαρή καρδιά καί ἄμεμπτο βίο. Αὐτοί ἄς κοινωνοῦν πάντοτε· οἱ ἄλλοι οὔτε μία φορά» (Ὁμιλία ΙΖ΄ εἰς τήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολήν, PG 63, 131-132). Πράγματι, λοιπόν, ἡ προετοιμασία πρό τῆς Θείας Κοινωνίας εἶναι ἀπαραίτητη. Γιά ποιό λόγο ὅμως; Διότι ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς μας θά συμβάλει ὥστε νά ἐκτιμήσουμε ὅσο τό δυνατόν περισσότερο τή σημασία τῆς συνάντησης μέ τόν Χριστό καί νά ἐπωφεληθοῦμε στό μέγιστο βαθμό ἀπό τίς εὐεργεσίες τοῦ μυστηρίου. Ἐπ’ οὐδενί λόγῳ ὅμως δέν πρέπει ἡ προετοιμασία αὐτή νά ὑποβαθμιστεῖ σέ μία ἀνούσια διαδικασία, μέσω μιᾶς τυπικῆς ἐξομολογήσεως καί μιᾶς ἐπιφανειακῆς τηρήσεως κάποιας νηστείας.

Βασική προϋπόθεση κάθε προετοιμασίας εἶναι ἡ δίψα τῆς ψυχῆς· ἡ δίψα γιά τόν Χριστό. Ἀναλογιστεῖτε, σᾶς παρακαλῶ, πῶς αἰσθανόμαστε καί πῶς ἐνεργοῦμε ὅταν πρόκειται νά μᾶς ἐπισκεφθεῖ ἕνα σημαντικό καί ἀγαπημένο πρόσωπο: ἑτοιμάζουμε τό σπιτικό μας, περιποιούμαστε τόν ἑαυτό μας καί ὅλη μας ἡ σκέψη εἶναι προσηλωμένη στήν ἐπικείμενη συνάντηση. Ἔτσι συμβαίνει καί μέ ὅποιον ποθεῖ νά συναντήσει τόν Χριστό μέσω τῆς Θείας Κοινωνίας: ἡ σκέψη του ἀπομακρύνεται σταδιακά ἀπό τίς μάταιες χαρές καί τίς πρόσκαιρες ἀπολαύσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καί ὅλες του οἱ ἐνέργειες ἐπικεντρώνονται στήν κάθαρση, τήν προετοιμασία καί τόν καλλωπισμό τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἑτοιμάζεται νά ὑποδεχθεῖ ἕναν πολύτιμο καί μοναδικό Ἐπισκέπτη.

Ἀκόμη, ὅμως, καὶ ἐὰν εἰλικρινὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν προετοιμασία τῆς ψυχῆς μας μέσω τῆς ἀντιμετώπισης τῶν παθῶν καὶ τῶν ἀδυναμιῶν μας, χρειαζόμαστε βοήθεια. Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορές ποὺ ἀδυνατοῦμε νὰ διακρίνουμε ὅσα στέκονται ἐμπόδιο στὴ σχέση μας μὲ τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ καθοδήγηση ἑνὸς ἔμπειρου συνοδοιπόρου, ὁ ὁποῖος, μὲ διάκριση ἀλλὰ καὶ εὐθύτητα, θὰ συμβάλει στὴν πνευματική μας πρόοδο. Αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι ὁ ρόλος τοῦ πνευματικοῦ πατέρα.

Ὁ χαρισματικὸς πνευματικὸς ἀποτελεῖ γιὰ τὸν πιστὸ Χριστιανὸ μιὰ πραγματικὴ θεία δωρεά. Ὅσοι ἀξιώθηκαν νὰ ἔχουν ἕναν ἐμπνευσμένο κληρικὸ μὲ γνώσεις, κυρίως ὅμως μὲ ὀρθόδοξο βίωμα καὶ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα, βιώνουν τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀσφάλεια ὅτι καθοδηγοῦνται, μέσῳ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, πρὸς τὸν ἀληθινὸ καὶ σωτήριο προορισμὸ τῆς μετανοίας καὶ τῆς θεώσεως.

Χωρὶς καμία ἀμφιβολία, ἡ ὀρθόδοξη παράδοση μᾶς διδάσκει πὼς ὁ πιστὸς Χριστιανὸς πρέπει νὰ μεταλαμβάνει ὅσο τὸ δυνατὸν συχνότερα. Ὅμως, ἡ συχνὴ Θεία Μετάληψη δὲν πρέπει ποτέ νὰ θεωρηθεῖ ὡς μιὰ τυπικὴ ὑποχρέωση, ἀλλὰ νὰ ἀποτελεῖ καρπὸ μιᾶς διαρκοῦς δίψας γιὰ τὸν Χριστό. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει τοποθετήσει ὡς τὸ σημαντικότερο πρόσωπο τῆς ζωῆς του τὸν Κύριό μας, εἶναι βέβαιο πὼς αἰσθάνεται διαρκῶς τὴν ἀνάγκη νὰ διατηρεῖ τὴν ὕπαρξή του ἕτοιμη νὰ Τὸν ὑποδεχθεῖ. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο αὐτόν, ἡ προετοιμασία πρὶν ἀπὸ τὴ Θεία Κοινωνία προκύπτει ἀβίαστα καὶ τοῦ προξενεῖ μιὰ ἐπουράνια, χαροποιὸ ἀναμονή.

Ὅσοι προετοιμάζουν τὸν ἑαυτό τους μὲ πίστη καὶ ζῆλο, προκειμένου νὰ λάβουν Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, γνωρίζουν ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία τὴν διαρκῆ ἀναγέννηση ποὺ προσφέρει ἡ συμμετοχὴ στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὅπως ἐπιβεβαιώνουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ Θεία Μετάληψη εἶναι ἐκείνη ποὺ ὁλοκληρώνει κάθε προσπάθεια καὶ κάθε πνευματικὸ ἀγῶνα, ἀποτελεῖ τὸν ἐπίλογο κάθε πνευματικῆς ὁδοῦ καὶ ἀποκαλύπτει μέσα στὴν ψυχὴ τὴν ὑπέρλαμπρη παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος διαρκῶς «τὰ ἀσθενῆ θεραπεύει καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῖ».

Ἂς ἀποτελεῖ, λοιπόν, ἡ συχνὴ Θεία Κοινωνία τὸν διαρκῆ σκοπὸ τῆς ζωῆς μας καὶ ἂς βρισκόμαστε, ὅσο τὸ δυνατὸν τακτικότερα, ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος τρόπος, προκειμένου ἡ ζωή μας ὁλόκληρη νὰ ρυθμίζεται διαρκῶς ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ βαδίζουμε μὲ ἀσφάλεια τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Ἐπουράνια Βασιλεία. Τέλος, ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς ἀξιώσει, μέχρι τῆς τελευταίας μας ἀναπνοῆς, νὰ ἀναφωνοῦμε αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖο ὁλοκληρώνεται ἡ σημερινὴ ἐπιστολή, τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Γραφή:  «Ναί, ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ» (Ἀποκ. 22:20). Ἀμήν.

Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,

 Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Related posts