
Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,
Φῶς ἀλήθειας, ἀγάπης καί αἰωνιότητος ἀποτελεῖ γιὰ ἐμᾶς ὁ Χριστός. Ὅσοι πιστεύουμε σ΄ Αὐτόν, ὅσοι ἀποφασίζουμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν δικό Του δρόμο καὶ νὰ τηρήσουμε τὶς ἐντολές Του, γινόμαστε ἀποδέκτες τοῦ δικοῦ Του φωτός. Καὶ μάλιστα, ὄχι μόνον ἀποδέκτες ἀλλὰ καὶ ὁλόλαμπροι «φάροι» γιὰ ὅλους τοὺς συνανθρώπους μας, ποὺ ταξιδεύουν στὸ σκοτεινὸ πέλαγος τῆς ζωῆς.
Ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται καί μισεῖ τὸ σκοτάδι, διότι τοῦ στερεῖ τὴν δυνατότητα νὰ ἀντιλαμβάνεται τὸ ἀληθινὸ μέγεθος τῶν πραγμάτων καὶ νὰ διακρίνει τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιλέγει νὰ ζήσει μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν βρίσκεται σὲ θέση νὰ ἐντοπίσει τὸν προορισμό του καὶ νὰ χαράξει πορεία. Μακριὰ ἀπὸ τὸ Φῶς τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, ἡ ζωὴ μοιάζει μὲ ταξίδι σὲ μιὰ σκοτεινὴ θάλασσα ματαιότητος, φθορᾶς καὶ θανάτου. Μακριὰ ἀπὸ τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, ὁ ἄνθρωπος βυθίζεται στὸ σκοτάδι τῆς μοναξιᾶς του καὶ παραμένει ἀποξενωμένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Μπορεῖ νὰ ζεῖ σὲ μεγάλες πόλεις μὲ πλῆθος ἀνθρώπων πού συνωστίζονται στὰ πανύψηλα κτίρια. Κι ὅμως! Χωρὶς τὴν δυνατότητα τῆς ἀγάπης ποὺ μόνο ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ παρέχει, οἱ ἄνθρωποι παραμένουν ξένοι μεταξύ τους, ἄγνωστοι, ἀδιάφοροι, συχνὰ καὶ ἀπειλητικοί. Χωρὶς τὸ Φῶς τῆς ἀγάπης, οἱ ψυχὲς μαραζώνουν, οἱ καρδιὲς σκληραίνουν καὶ ὁ κόσμος μεταβάλλεται, σιγά σιγά, σὲ πεδίο μάχης ἀνάμεσα σὲ κυνικοὺς καὶ σκληρόκαρδους ἀνταγωνιστές.
Οἱ ἄνθρωποι διψοῦν γιὰ φῶς, συχνὰ ὅμως δὲν ξέρουν, οὔτε τόν τρόπο πού θά τό προσεγγίσουν οὔτε τόν τρόπο πού θὰ τὸ ἀποκτήσουν. Ἐν μέσῳ μιᾶς ἀνθρωπότητος βυθισμένης στὸ σκοτάδι καὶ στερημένης ἀκόμη καὶ τῆς πιὸ μικρῆς ἀχτίδας ἐλπίδος, ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου:
«Ἐγὼ εἶμαι το φῶς τοῦ κόσμου. Ὅποιος μὲ ἀκολουθήσει, θὰ σταματήσει νὰ περιπλανιέται στὸ σκοτάδι καὶ θὰ βρεῖ τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω, 8,12).
Αὐτὸ τὸ κοσμοσωτήριο Φῶς ἀποτελεῖ τὸν «πυρῆνα» τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ. Αὐτὸ εἶναι ὁ ὕψιστος σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς Του. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν κορωνίδα τῶν δωρεῶν Του. Αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ τὴν οὐσία τῆς δικῆς μας ἀποστολῆς. Ναὶ ἀδελφοί μου! Σὲ αὐτὸ τὸ θεῖο σχέδιο, ὁ Θεός μᾶς καλεῖ ὡς συνεργάτες Του. Πρῶτον ἀπὸ ὅλους ὅρισε τὸν μέγιστο τῶν Προφητῶν, τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο. Ἤδη, ἀπὸ τοὺς πρώτους στίχους, στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, ἀποκαλύπτεται τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀποστολῆς τοῦ Προδρόμου:
«Ὁ Θεὸς ἔστειλε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ τὸν ἔλεγαν Ἰωάννη· αὐτὸς ἦρθε ὡς μάρτυρας γιὰ νὰ κηρύξει ποιός εἶναι τό φῶς, ὥστε μὲ τὰ λόγια του νὰ πιστέψουν ὅλοι. Δὲν ἦταν ὁ ἴδιος τό φῶς, ἦρθε ὅμως γιὰ νὰ πεῖ ποιός εἶναι τό φῶς» (Ἰω. 1:6-8).
Στὴν σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, μαθαίνουμε πὼς ἡ ἀποστολή μας εἶναι ἴδια μὲ ἐκείνη τοῦ μεγίστου τῶν Προφητῶν Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ἀποστολὴ νὰ γίνουμε φωτοδόχοι ἀλλὰ καὶ φωτοδότες. Ὅπως διδάσκει ὁ Κύριος τοὺς ἀκροατές του στὴν «Ἐπὶ τοῦ Ὅρους Ὁμιλία»: «Ἐσεῖς εἶστε τὸ φῶς γιὰ τὸν κόσμο· μιὰ πόλη χτισμένη ψηλὰ στὸ βουνό, δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ. Οἱ ἄνθρωποι, ὅταν ἀνάψουν τὸ λυχνάρι, δὲν τὸ βάζουν κάτω ἀπὸ τὸ δοχεῖο μὲ τὸ ὁποῖο μετροῦν τὸ σιτάρι, ἀλλὰ τὸ τοποθετοῦν στὸ λυχνοστάτη, γιὰ νὰ φωτίζει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ» (5:14-15).
Μεγάλη, λοιπόν,εἶναι ἡ ἀποστολή μας ὅπως καὶ ἡ εὐθύνη μας. Εὐθύνη, ὄχι μόνον νὰ φωτίσουμε τὸν κόσμο ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν λησμονοῦμε ποτὲ πώς, ὅσο τηροῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ δικό μας φῶς ἀποτελεῖ ἀντανάκλαση τοῦ ἐπουρανίου Φωτὸς ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο ὁ Χριστός. Τὸ σκοτάδι μέσα μας καὶ τὸ σκοτάδι γύρω μας μπορεῖ νὰ κατανικηθεῖ μόνον ὅσο βρισκόμαστε σὲ στενὴ σχέση μὲ τὸν Σωτῆρα καὶ λυτρωτή μας, Ἰησοῦ Χριστό. Δὲν εἴμαστε αὐτόφωτοι· εἴμαστε ἑτερόφωτοι. Ὅσο, ὅμως, παραμένουμε συνδεδεμένοι μὲ τὸν πατέρα τῶν Φώτων, μεταβαλλόμαστε κατὰ χάριν σὲ φωτογόνες ὑπάρξεις, οἱ ὁποῖες ἐκπέμπουν παρηγοριὰ καὶ ἐλπίδα.
Ἔτσι χαρακτηρίζει ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος στὴν ἐπιστολή του τὸν Θεό: Πατέρα τῶν Φώτων. Ἔτσι τὸν ἀναφέρει καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς τελευταῖες εὐχὲς τῆς Θείας Λειτουργίας, ἡ ὀπισθάμβωνος, ὅπως ὀνομάζεται, εὐχή. Ὁ ὅρος «ὀπισθάμβωνος» μᾶς ταξιδεύει στοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἄμβωνας βρισκόταν στὸ μέσον τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ. Ἡ εὐχή, λοιπόν, αὐτὴ διαβαζόταν ἀπὸ τὸν ἱερέα πίσω ἀπὸ τὸν ἄμβωνα, ἀπ΄ὅπου προῆλθε καὶ ἡ ὀνομασία της. Σκοπὸς της μέχρι καὶ σήμερα εἶναι νὰ ὑπενθυμίζει στοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι μόλις ἔχουν κοινωνήσει τῶν φρικτῶν καὶ ἀχράντων Μυστηρίων, πὼς ἄλλος δρόμος σωτηρίας δὲν ὑπάρχει ἀπὸ ἐκεῖνον τῆς πίστεως στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ πὼς τὸν ἁγιασμό, μόνον τὸ ζωντανὸ Του Σῶμα, δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία, μπορεῖ νὰ προσφέρει. Μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ κατάνυξη, λοιπόν, λίγο πρὶν φτάσει τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀκοῦμε τὴν εὐχὴ αὐτή:
«Κύριε, σὺ ποὺ εὐλογεῖς ἐκείνους ποὺ σὲ δοξάζουν καὶ ἁγιάζεις ἐκείνους ποὺ πιστεύουν καί ἔχουν τὴν ἐμπιστοσύνη τους σὲ σένα, σῶσε τὸ λαό σου καί εὐλόγησε τὰ παιδιά σου. Φύλαξε ὅλη τὴν Ἐκκλησία σου· ἁγίασε ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὴν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου σου. Ἐσὺ μὲ τὴν θεϊκή σου δύναμη νὰ τοὺς ἀνταποδώσεις δόξα καὶ νὰ μὴν ἐγκαταλείψεις ἐμᾶς, ποὺ ἐλπίζουμε σὲ σένα. Δώρησε εἰρήνη στὸν κόσμο σου, στὶς Ἐκκλησίες σου, στοὺς ἱερεῖς, στὸν στρατὸ καὶ σ᾿ ὅλο τὸν λαό σου, γιατὶ κάθε καλὸ χάρισμα καὶ κάθε τέλειο δῶρο εἶναι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατεβαίνει ἀπὸ σένα, τὸν Πατέρα τῶν φώτων· γι᾿ αὐτὸ καὶ σὲ δοξάζουμε, καὶ σὲ εὐχαριστοῦμε καὶ σὲ προσκυνοῦμε, τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιὸ Πνεῦμα, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Πολύτιμα τὰ διδάγματα αὐτῆς τῆς εὐχῆς. Διδασκόμαστε, κατ’ ἀρχάς, πὼς ἡ θεία εὐλογία καὶ ὁ ἁγιασμὸς προσφέρονται διαρκῶς ἀπὸ τὸν Θεό, ἀρκεῖ νὰ ἐμπιστευτοῦμε σὲ Αὐτὸν ὁλόκληρη τὴν ζωή μας. Σὲ λίγο θὰ ἐπιστρέψουμε στὸν κόσμο. Τὸ ταξίδι τοῦ κάθε πιστοῦ ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας θὰ συνεχιστεῖ ὑπὸ συνθῆκες ἀντίξοες, συχνὰ ἐχθρικές, πού, κάθε στιγμή, ἀπειλοῦν νὰ μᾶς καταποντίσουν. Τίποτε, ὅμως, δὲν ὑπάρχει ἰσχυρότερο ἀπὸ τὴν θεία προστασία. Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας μας. Ἀρκεῖ νὰ παραδίδουμε τὸ πηδάλιο τῆς ζωῆς στὸν Κύριο καὶ νὰ ἐμπιστευόμαστε τὸ πανάγιο καὶ πάνσοφο θέλημά Του.
Καὶ κάτι ἀκόμη: Ἀκοῦμε γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Θεία Λειτουργία πὼς ἡ εὐπρέπεια καὶ ἡ τάξη τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, μέσα στὸν ὁποῖο πραγματοποιεῖται τὸ μεγαλύτερο καὶ σπουδαιότερο μυστήριο, ἀποτελεῖ ἔργο σπουδαῖο ποὺ πρέπει νὰ ἀπασχολεῖ διαρκῶς κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Ἡ εὐταξία ἀλλὰ καὶ ὁ λελογισμένος στολισμὸς τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, μὲ σεβασμὸ στὸ μέτρο καὶ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, συμβάλλουν μὲ πολὺ ἀποτελεσματικὸ τρόπο στὴν κατάνυξη καὶ τὴν εὐλάβεια ὅλων ἐκείνων ποὺ συμμετέχουν στὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ ἰδιαίτερα στὴν Θεία Εὐχαριστία.
Ἀδελφοί μου,
Ἡ ὀπισθάμβωνος εὐχὴ περιλαμβάνει τρία ἀπαραίτητα στοιχεῖα ποὺ πρέπει νὰ διατηρήσουμε στὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας, καθώς, σὲ λίγο, θὰ ἀποχωρήσουμε ἀπὸ τὸν Ἱερό Ναό. Ἡ πίστη πρὸς τὸν Θεό, ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸ θέλημά Του καὶ ἡ ἀκράδαντη βεβαιότητα πὼς ἀποτελεῖ τὴν μοναδικὴ πηγὴ εὐλογίας καὶ ἁγιασμοῦ ἀποτελοῦν τὰ πολύτιμα δῶρα τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς συντροφεύσουν στὴν καθημερινότητά μας, μέχρι νὰ ξαναβρεθοῦμε στὸν Ἰερὸ Ναὸ καὶ νὰ συμμετάσχουμε στὴν ἑπόμενη Θεία Λειτουργία.
Ἐάν, αὐτά τα τρία, φροντίσουμε νὰ παραμείνουν ἐνεργὰ στὴν καρδιά μας, εἶναι βέβαιον πὼς θὰ μᾶς ἐνισχύσουν σὲ κάθε ἀντιξοότητα τῆς ζωῆς ἀλλὰ καὶ θὰ καταστήσουν τὰ καλὰ ἔργα μας ἀποκάλυψη οὐρανίου φωτός, μέσῳ τοῦ ὁποίου οἱ ἄνθρωποι θὰ ὁδηγηθοῦν στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας. Συνεργάτες στὴν ἀποστολή Του μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε ὁ Χριστὸς καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτό μᾶς εὐλογεῖ καὶ μᾶς παρακινεῖ μέσῳ τῶν λόγων Του, ὅπως τοὺς ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο: «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Μτθ. 6:16). Ἀμήν.
Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ