
Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,
Σήμερα ὁ Χριστὸς καλεῖ τοὺς τέσσερεις πρώτους μαθητές Του. Ἀφοῦ βαπτίστηκε στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ ἀφοῦ κατατρόπωσε τὸν διάβολο στὴν ἔρημο, ὅπου δέχτηκε τοὺς τρεῖς πειρασμούς, ἀναζήτησε τοὺς μαθητὲς καὶ συνεργάτες Του ἀνάμεσα στοὺς ταπεινοὺς ψαράδες ποὺ φρόντιζαν τὰ δίχτυα τους στὶς ὄχθες τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας.
Ἡ σημερινὴ περικοπὴ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου κάνει λόγο μόνο γιὰ τέσσερεις ἀπὸ αὐτούς: τὸν Πέτρο, τὸν Ἀνδρέα, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη. Ἡ ἴδια ἐξιστόρηση παρουσιάζεται καὶ στὰ ὑπόλοιπα τρία Εὐαγγέλια, μὲ μικρὲς διαφορές. Ὑπάρχει, ὅμως, ἕνα κοινὸ χαρακτηριστικό: ἡ προθυμία καὶ ἡ ἑτοιμότητα τῶν μαθητῶν νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν.
Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο παρουσιάζει σήμερα τὶς δύο προϋποθέσεις μιᾶς τέτοιας συναντήσεως: τὴν κλήση καὶ τὴν ἀνταπόκριση. Αὐτὸς ποὺ καλεῖ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ ὄχι μόνον τότε, ἀλλὰ διαρκῶς. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στὴν εἰσαγωγὴ τῆς Πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς του, ἐμφανίζεται νὰ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀποστολή του ὡς ἕνα παγκόσμιο κάλεσμα, τὸ ὁποῖο ἀπευθύνει ὁ Χριστὸς μέσῳ αὐτοῦ πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. Γιὰ τὸν Παῦλο, εἴμαστε ὅλοι κλητοί, δηλαδὴ προσκεκλημένοι σὲ ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς, ἀπαλλαγμένης ἀπὸ τὴν κακία, τὰ πάθη, τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο.
«Εἶστε», ἀναφέρει πρὸς τοὺς Ἑβραίους τῆς Ρώμης καὶ πρὸς ὅλους μας, «προσκεκλημένοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ρωμ. 1:6).
Ὅσον ἀφορᾶ, ὅμως, τὴν ἀνταπόκριση στὴν πρόσκληση αὐτή, τὰ πράγματα δὲν εἶναι αὐτονόητα. Τὸ τί μπορεῖ νὰ συμβεῖ, ἀποκαλύπτεται στὴν παραβολὴ τοῦ Βασιλέα, ποὺ παραθέτει δεῖπνο γιὰ τὸν γάμο τοῦ υἱοῦ του, ὅπως ἀναφέρεται στὸ 22ο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ματθαίου. Ἐκεῖ, οἱ ἀποδέκτες τῆς προσκλήσεως χωρίζονται σὲ τρεῖς κατηγορίες: πρῶτα, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονται τὴν πρόσκληση καὶ τιμοῦν μὲ τὴν προθυμία ἀλλὰ καὶ τὴν φροντίδα τοῦ ἑαυτοῦ τους τὸν οἰκοδεσπότη. Στὴ δεύτερη κατηγορία ἀνήκουν ἐκεῖνοι ποὺ ἐπικαλοῦνται διάφορες ἀσήμαντες δικαιολογίες, προκειμένου νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πρόσκληση. Στὴν τρίτη κατηγορία ἀνήκει ἐκεῖνος ποὺ βρέθηκε στὸ βασιλικὸ ἀνάκτορο, χωρίς, ὅμως, ἔνδυμα γάμου. Εἰδικὰ γι΄ αὐτόν, τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι σκληρά: «Δέστε του τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια καὶ πάρτε τον καὶ βγάλτε τὸν ἔξω στὸ σκοτάδι» (22:13).
Ἡ παραβολὴ ὁλοκληρώνεται μὲ τὴν διαπίστωση τοῦ Χριστοῦ πώς, πολλοὶ θὰ λάβουν πρόσκληση συμμετοχῆς στὸ δεῖπνο, λίγοι, ὅμως, θὰ ἀνταποκριθοῦν μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἁρμόζει στὴν λυτρωτικὴ αὐτὴ πρόσκληση.
«Πολλοὶ γὰρ εἰσιν κλητοί, λέει, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοὶ» (22:14).
Ὅσα ἀκούστηκαν σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὅσα ἀναφέρει ἡ παραβολὴ αὐτὴ ἀποτελοῦν γιὰ ἐμᾶς εὐκαιρία, ὥστε νὰ ἐκτιμήσουμε τὴν πρόσκληση ποὺ μᾶς ἀπευθύνει ὁ Χριστὸς σὲ κάθε Θεία Λειτουργία, ἀλλὰ καὶ νὰ προετοιμάσουμε κατάλληλα τὸν ἑαυτό μας. Οἱ Ἅγιοι καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, παλαιοὶ καὶ νεοφανεῖς, συμφωνοῦν ἀπόλυτα πώς, ὁλόκληρη ἡ ζωή μας πρέπει νὰ ἀποτελεῖ μιὰ διαρκῆ προετοιμασία συναντήσεως καὶ ἑνώσεως μὲ τὸν Χριστό, μέσῳ τῆς Θείας Κοινωνίας. Ἰδιαίτερα ὅμως, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς προετοιμασίας τῶν Τιμίων Δώρων, ἡ Ἐκκλησία ἔχει περιλάβει ὁρισμένες ἄκρως κατανυκτικὲς καὶ συγκινητικὲς εὐχές. Αὐτές, ὁ ἱερέας ἀπαγγέλλει μυστικὰ στὸ Ἱερό Βῆμα, πρὶν κοινωνήσει Σῶμα καί Αἶμα Χριστοῦ. Οἱ εὐχὲς αὐτὲς ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως, ἡ ὁποία, βεβαίως, εἶναι ἀνεξάρτητη τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ μπορεῖ νὰ διαβαστεῖ ἤδη ἀπὸ τὸ προηγούμενο βράδυ ἀπὸ τὸν καθένα πιστό ποὺ πρόκειται νὰ προσέλθει στὴν Θεία Μετάληψη.
Ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὲς ἀποτελεῖ ὁμολογία πίστεως καὶ ἐλπίδος στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ: «Πιστεύω, Κύριε, ἀληθινὰ καὶ ὁμολογῶ ὅτι Ἐσὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ποὺ ἦρθες στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσεις τοὺς ἁμαρτωλούς, πρῶτος τῶν ὁποίων εἶμαι ἐγώ. Ἀκόμα πιστεύω πραγματικὰ ὅτι αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ κοινωνήσω εἶναι τὸ ἄχραντο Σῶμα Σου καὶ αὐτὸ τὸ τίμιο Αἷμα Σου. Σὲ παρακαλῶ, λοιπόν, ἐλέησέ με καὶ συγχώρεσέ μου τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔχω διαπράξει…»
Ἡ δεύτερη εὐχὴ ἀποκαλύπτει τὸ δέος ποὺ πρέπει νὰ διακατέχει ἐκεῖνον ποὺ προσέρχεται στὴν Θεία Κοινωνία, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐθύνη τῆς προσωπικῆς προετοιμασίας ποὺ ἀναλαμβάνει, προκειμένου νὰ φανεῖ, κατὰ τὸ δυνατόν, ἄξιος τῆς μεγάλης αὐτῆς δωρεᾶς:
«Ἰδού, βαδίζω πρὸς τὴν Θεία Κοινωνία.
Πλαστουργέ μου, μὴ μὲ κατακάψεις τὴν ὥρα ποὺ θὰ μεταλαμβάνω.
Γνωρίζω πὼς εἶσαι φωτιὰ ποὺ κατακαίει ὅσους ἀνάξια κοινωνοῦν.
Ἀλλὰ Ἐσύ, Χριστέ μου, καθάρισέ με ἀπὸ τὰ στίγματα τῶν ἁμαρτιῶν μου».
Ἀκολουθεῖ ἡ γνωστότερη, ἴσως, εὐχὴ ἡ ὁποία ἀκούγεται καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Κοινωνίας. «Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ, σήμερον Υἱὲ Θεοῦ, ἀξίωσε μὲ νὰ συμμετάσχω. Σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς Σου δὲ θὰ μιλήσω γιὰ τὸ Μυστήριο τοῦτο· οὔτε θὰ σοῦ δώσω φίλημα προδοσίας ὅπως ἔκανε ὁ Ἰούδας. Ἀλλὰ ὅπως ὁ Ληστὴς πάνω στὸν σταυρὸ Σὲ παρακαλῶ, θυμήσου με, Κύριε, ὅταν ἔρθεις στὴν Βαοιλεία Σου».
Ἕναν μεγάλο κίνδυνο μᾶς ἐπισημαίνει ἡ εὐχὴ αὐτή: νὰ βρεθοῦμε στὸ ἐπουράνιο δεῖπνο τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ νὰ προδώσουμε ἔμπρακτα τὰ μυστήριά Του μὲ μάταιες συζητήσεις ἀλλά, κυρίως, μὲ ζωὴ διασπασμένη καὶ ἁμαρτωλή. Περιλαμβάνει, ὅμως, καὶ μιὰ μεγάλη ἐλπίδα: τὴν δωρεὰ τοῦ ἐλέους Του, ἀκόμη καὶ πρὸς τὸν πλέον ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο, μέσῳ τῆς μετάνοιας, ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμή.
Στὴν ἑπόμενη εὐχή, ἀκοῦμε μιὰ κατανυκτικὴ καὶ συγχρόνως συγκλονιστικὴ φράση, ἡ ὁποία περιγράφει μὲ λίγες λέξεις, τὸν θησαυρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας «Τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ Σῶμα αὐτό, καὶ μὲ τρέφει πνευματικὰ καὶ μὲ θεώνει. Θεώνει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα μου, καὶ τρέφει τὸ νοῦ μοῦ μὲ τρόπο παράδοξο».
Γεμάτη πόθο καρδιᾶς εἶναι ἡ ἔναρξη τῆς ἑπόμενης εὐχῆς: «Ἔθελξας πὸθῳ με, Χριστέ, καὶ ἠλλοίωσας τῷ θείῳ σου ἔρωτι·» Δηλαδή: «Μὲ φλογερὸ πόθο μ᾿ ἔκανες νὰ ῾ρθῶ κοντά Σου, Χριστέ μου, καὶ μοῦ ἄλλαξες τὴν ζῶὴ μὲ τὴν θεία Σου ἀγάπη».
Ὅσο γιὰ τὴν τελευταία εὐχή, ἀποτελεῖ ἄμεση ὑπενθύμιση τῆς παραβολῆς τοῦ βασιλικοῦ δείπνου: «Μὲσα στὴν λὰμπρὴ πνευματικὴ πανήγυρη τῶν Ἁγίων Σου, πῶς θὰ εἰσέλθω ἐγὼ ὁ ἀνάξιος; Γιατί, ἂν τολμήσω νὰ εἰσέλθω μαζί τους στὸ γάμο, τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μου μὲ ἐλέγχει, ὄντας, ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας, ἀκατάλληλο γιὰ τὸν γάμο, καὶ δέσμιος θὰ διωχθῶ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους. Γι᾿ αὐτό, Κύριε, καθάρισε τὸν ρύπο τῆς ψυχῆς μου καὶ σῶσε μὲ ὡς φιλάνθρωπος».
Ἀδελφοί μου,
Ὁ Κύριός μας, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἔβαλε σὲ ἐφαρμογὴ τὸ θεῖο σχέδιό Του γιὰ τὴν ἐπιστροφή μας στὴν πατρικὴ Του ἀγκαλιά. Θέλησε, ὅμως, ἡ σωτηρία μας νὰ ἀποτελέσει καρπὸ συνεργασίας τῆς δικῆς Του παντοδυναμίας μὲ τὶς δικές μας ἀσθενεῖς ἀνθρώπινες δυνάμεις.
Ὁ Χριστός, ὅπως τότε, στὶς ὄχθες τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας, μᾶς καλεῖ σὲ κάθε Θεία Λειτουργία ὡς Φίλος ποὺ ἀναζητᾶ τὴν δική μας ἐλεύθερη ἀνταπόκριση. Ὅσο προετοιμάζουμε τὴν ψυχή μας γιὰ τὴν μεγάλη αὐτὴ συνάντηση, τόσο βρισκόμαστε σὲ θέση νὰ ἐκτιμήσουμε τὴν δωρεὰ τῆς ἀγάπης Του καὶ νὰ ἀπολαύσουμε τὴν ἀπέραντη χαρὰ τῆς παρουσίας Του στὴν ζωή μας.
Ἡ Θεία Κοινωνία ἂς ἀποτελεῖ, λοιπόν, τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας, γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ περιστρέφονται οἱ σκέψεις μας, οἱ πράξεις μας καὶ ἡ καθημερινότητά μας. Ἂς μὴν θεωροῦμε τίποτα πιὸ σημαντικὸ ἀπὸ τὴν προετοιμασία μας νὰ συναντήσουμε τὸν ἐπουράνιο Πατέρα μας, ὡς μέλη τῆς μεγάλης οἰκογένειας τῆς Ἐκκλησίας Του μπροστὰ στὸ Ἱερὸ Δισκοπότηρο. Ἂς εὐχόμαστε νὰ μᾶς θεωρεῖ πάντα ἄξιους συνδαιτυμόνες καὶ ἀγαπημένους προσκεκλημένους τοῦ δείπνου Του, γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχει πάντα ἀνοικτὲς τὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας Του καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους εἶναι πάντα ἕτοιμος νὰ χαρίσει τὰ ἐπουράνια ἀγαθὰ τῆς βασιλείας Του. Ἀμήν.
Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ