
Ολοκληρώνεται σήμερα το Τριώδιο και είμαστε έτοιμοι να εισέλθουμε στο στάδιο των αρετών, όπως ονομάζεται η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η Εκκλησία μας έχει εμπλουτίσει την κορυφαία αυτή περίοδο του λατρευτικού της κύκλου με έναν υπέροχο θησαυρό, αποτελούμενο από κατανυκτικές Ακολουθίες, Προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες, συγκινητικούς Χαιρετισμούς προς την Υπεραγία Θεοτόκο, υπέροχα πνευματικά και κατανυκτικά κείμενα, γραμμένα από τους Αγίους Πατέρες μας και διαρκείς παραινέσεις, μέσω ευχών και προσευχών, για συντριβή καρδίας, θαρραλέα αυτοκριτική και ειλικρινή μετάνοια.
Το σημερινό Ευαγγέλιο μάς καλεί να αλλάξουμε προτεραιότητες. Πρώτα, να πάψουμε να θεωρούμε ως βασική μας επιδίωξη την σχέση μας με τον Θεό και να θέτουμε σε υποδεέστερη μοίρα την σχέση μας με τον αδερφό μας. Το μήνυμα του Ευαγγελίου είναι σήμερα ξεκάθαρο: Όποιος συγχωρεί, συγχωρείται. Όποιος κρατά τις πόρτες της καρδιάς του κλειστές προς τον συνάνθρωπό του, κλειστές θα βρει και τις πύλες του Παραδείσου.
Στην συνέχεια, μας καλεί να πάψουμε να αναζητούμε τον έπαινο των ανθρώπων μέσω της επιδείξεως της ασκήσεως και της νηστείας μας. Και τέλος, μας παροτρύνει να στρέψουμε την καρδιά μας σε θησαυρούς επουράνιους και να αποκολληθούμε από τον μάταιο και επισφαλή ανθρώπινο πλούτο.
Όσο για το Αποστολικό ανάγνωσμα, ο Απόστολος Παύλος, στην προς Ρωμαίους Επιστολή του, μας βάζει σε θέση αναμονής μιας λαμπρής ημέρας, η οποία πλησιάζει. Βεβαίως, η επιστολή αφορά την πεποίθηση των πρώτων Χριστιανών πως η δεύτερη έλευση του Κυρίου μας βρίσκεται «επί θύραις». Με την πάροδο των αιώνων, όμως, η σημερινή Αποστολική περικοπή ερμηνεύθηκε ως αναμονή της ημέρας της αποκαλύψεως της δόξης του Κυρίου κατά την Ανάστασή του, βεβαίως, ως προσδοκία της Δευτέρας Παρουσίας, αλλά και ως διαρκής εγρήγορση για την ώρα της προσωπικής κρίσεως για τον καθέναν από μας. «Η νύχτα φεύγει», αναφέρει ο Παύλος στον δωδέκατο στίχο της περικοπής, «το φως της ημέρας πλησιάζει».
Αλλά, και κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, φτάνει η ώρα του φωτός, η ώρα της αποκαλύψεως των μυστηρίων του Θεού, διατυπωμένων κατά μυστικό και μυστηριώδη τρόπο από λέξεις ανθρώπινες, όπως καταγράφηκαν από τους άγιους Πατέρες της Εκκλησίας μας στις δύο πρώτες Οικουμενικές Συνόδους, στην Νίκαια και την Κωνσταντινούπολη. Φτάνει η ώρα να ακουστεί το Σύμβολο της Πίστεως, στο οποίο περικλείονται υπέρλογες αλήθειες· αλήθειες, οι οποίες δεν επιδέχονται την παραμικρή αμφισβήτηση και αλλοίωση. Και αυτό, όχι διότι αποτελούν καρπό της διάνοιας ενός σπουδαίου σοφού της ιστορίας που τις επέβαλε τυραννικά, αλλά καρπό ενέργειας του Αγίου Πνεύματος, όπως φανερώθηκε στην ζωή της Εκκλησίας και των Αγίων της. Πριν, όμως, ακουστεί το γνωστό μας «Πιστεύω», ο Ιερέας παραγγέλλει: «Τας θύρας, τας θύρας! Εν σοφία πρόσχωμεν».
Πρόκειται για την υπόδειξη του ιερέα να κλείσουν οι πόρτες, καθώς υπάρχει κίνδυνος, κατά την ώρα της απαγγελίας του ιερώτατου κειμένου του Συμβόλου της Πίστεως, το οποίο περιλαμβάνει ολόκληρο το φοβερό μυστήριο της Εκκλησίας, να παρίστανται αλλόθρησκοι, ετερόδοξοι και αιρετικοί.
Η προτροπή αυτή εμφανίζεται ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και προφύλασσε από τον κίνδυνο, άνθρωποι αμύητοι στην πίστη, αφώτιστοι από την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος και, πιθανόν, κακόβουλοι, να παρερμηνεύσουν το κείμενο του Συμβόλου της Πίστεως, να το χλευάσουν και να το διαδώσουν αλλοιωμένο και αδιακρίτως.
Τότε, όντως, οι θύρες του Ναού έκλειναν. Σήμερα, αυτό δεν ισχύει. Ισχύει, όμως, η βαθύτερη πνευματική ερμηνεία της προτροπής αυτής, η οποία, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, μας καλεί σε σφράγισμα των αισθήσεων και σε απομάκρυνση του νου μας από τους γήινους λογισμούς. Με την φράση, λοιπόν, αυτή, ο ιερέας καλεί τον καθέναν από μας να απελευθερωθεί από την απατηλή πραγματικότητα του κόσμου τούτου και να ατενίσει μία άλλη, μία αιώνια πραγματικότητα.
Φτάνει, πλέον, η στιγμή της απαγγελίας. Το Σύμβολο της Πίστεως αποτελείται από δώδεκα άρθρα, όπως διατυπώθηκαν από την Εκκλησία, προκειμένου να αντιμετωπιστούν συγκεκριμένες αιρέσεις.
Το πρώτο μέρος αποτελείται από το πρώτο άρθρο, στο οποίο γίνεται λόγος για τον Θεό Πατέρα, Παντοκράτορα και Δημιουργό του Σύμπαντος:
- Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα,
ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων.
Το δεύτερο μέρος αποτελείται από έξι (6) άρθρα, στα οποία γίνεται λόγος για τον Ιησού Χριστό, το ενσαρκωμένο δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος και το λυτρωτικό Του έργο υπέρ των ανθρώπων:
- Καὶ εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν,
τον Υιόν του Θεού τον μονογενή,
τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων·
φως εκ φωτός,
Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού,
γεννηθέντα ου ποιηθέντα,
ομοούσιον τω Πατρί,
δι οὗ τα πάντα εγένετο.
- Τὸν δι ἡμᾶς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν
κατελθόντα εκ των ουρανών
και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου
και ενανθρωπήσαντα.
- Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου
και παθόντα, και ταφέντα.
- Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς.
- Και ανελθόντα εις τους ουρανούς
και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός.
- Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης
κρίναι ζώντας και νεκρούς,
ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος.
Στο τρίτο μέρος περιλαμβάνεται το όγδοο άρθρο, στο οποίο γίνεται λόγος για το Πανάγιο και Ζωοποιό Άγιο Πνεύμα:
- Και εις το Πνεύμα το άγιον, το κύριον, το ζωοποιόν,
το εκ του Πατρός εκπορευόμενον,
το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον,
το λαλήσαν δια των προφητών.
Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος, αποτελούμενο από τα τελευταία τέσσερα (4) άρθρα, γίνεται λόγος για την Εκκλησία, το Άγιο Βάπτισμα, την εκ νεκρών Ανάσταση και την αιώνια ζωή:
- Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν.
- Ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών.
- Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών.
- Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.
Το Σύμβολο της Πίστεως δεν αποτελεί μια απλή απαρίθμηση των δογμάτων της Εκκλησίας μας και δεν πρέπει να απαγγέλλεται ως τέτοιο. Το ιερό αυτό κείμενο, το οποίο αποτελεί το πνευματικό λάβαρο του αληθινού Χριστιανού και στο οποίο εμπεριέχεται ολόκληρη η ορθόδοξη θεολογία, αποτελεί, στην ουσία, κείμενο δοξολογίας προς τον Τριαδικό Θεό, για την αποκάλυψη των μυστηρίων Του, αλλά και για τον θείο φωτισμό, με τον οποίο φωτίστηκε ο νους των αγίων Πατέρων, προκειμένου, με ανθρώπινο τρόπο, να περιγράψουν θείες και υπέρλογες αλήθειες. Το «Πιστεύω» λοιπόν, πρέπει να διαβάζεται ως δοξολογική προσευχή, με τρόπο εκφραστικό και ακριβή∙ ως μία θεόπνευστη προσευχή, ώστε να συνεγείρει τις ψυχές όλων των πιστών, κληρικών και λαϊκών, προς μια απέραντη ευγνωμοσύνη προς την αγάπη και την συγκατάβαση του Θεού Πατέρα.
Κάθε μία από τις 174 λέξεις του Συμβόλου της Πίστεως είναι ιερή, διότι εκφράζει ανείπωτα μυστήρια αλλά και αποκαλύπτει τον δρόμο της σωτηρίας μας. Για καθεμία από τις λέξεις αυτές, οι Πατέρες της Εκκλησίας έδωσαν μάχες εναντίον πλήθους αιρετικών διδασκαλιών. Ακόμη και μια ελάχιστη αλλοίωση του ιερού αυτού κειμένου αρκεί για να αποδόμησει ολόκληρη την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας, καθώς, όλα τα δόγματα συναρτώνται αρμονικά για να εκφράσουν με απόλυτη ακρίβεια και πληρότητα το ενιαίο σχέδιο της Θείας Οικονομίας, το οποίο αποτελεί, τρόπον τινά, το πνευματικό συμβόλαιο της σωτηρίας μας.
Ζούμε σε καιρούς, κατά τους οποίους όλα αναθεωρούνται, όλα σχετικοποιούνται και όλα αποδομούνται. Το γεγονός αυτό εγείρει έναν λόγο παραπάνω, ώστε η Εκκλησία μας, ως σώμα όλων των πιστών, να υπερασπιστεί την ακρίβεια των δογμάτων, αλλά, πολύ περισσότερο, να προσφέρει στον σύγχρονο κόσμο μαρτυρία αληθείας και σωτηρίας, μεταβάλλοντας τις δογματικές αυτές αλήθειες σε τρόπο ζωής.
Απαιτείται όμως και κάτι περισσότερο: Μια εναργής πνευματική ζωή, πλημμυρισμένη από προσευχή και μετάνοια, προκειμένου η ψυχή να καθαρθεί από τα πάθη και ο θείος φωτισμός να οδηγήσει στην βαθύτερη και πλήρη κατανόηση, όχι μόνο του Συμβόλου της Πίστεως, αλλά του όλου μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας και, κατ’ επέκτασιν, ολόκληρης της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας μας. Η ανώτερη αυτή κατανόηση δεν επιτυγχάνεται μέσω της λογικής ερμηνείας, αλλά μέσω της πνευματικής εμπειρίας.
Ας επιζητούμε λοιπόν τον θείο φωτισμό και ας καταστούμε άξιοι να τον υποδεχθούμε. Για τον σκοπό αυτό, ιδιαίτερα η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προσφέρει άφθονο πλούτο πνευματικών μέσων, ώστε η ημέρα του Αναστάσιμου φωτός που πλησιάζει να μας βρει όλους πάλλευκους και ολόφωτους, όπως οι λαμπάδες που θα κρατούμε την νύχτα της Αναστάσεως.