
Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,
Ποιός εἶναι ὁ Θεός; Τί θέλει ἀπὸ ἐμᾶς; Νὰ Τὸν φοβόμαστε; Νὰ περιμένουμε κάθε στιγμὴ τὴν τιμωρία Του; Νὰ πιστεύουμε ὅτι παρακολουθεῖ τὰ λάθη μας γιὰ νὰ μᾶς τιμωρήσει; Ἢ μήπως ὁ Θεὸς εἶναι κάτι ἐντελῶς διαφορετικό;
Αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα δὲν εἶναι καινούργια. Ἀπὸ τὰ παλιὰ χρόνια ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ καταλάβει ποιός εἶναι ὁ Θεός. Καὶ πολλὲς φορὲς ἔκανε ἕνα μεγάλο λάθος: ἔφτιαξε ἕναν θεὸ στὰ μέτρα του. Ἔβαλε μέσα στὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοὺς δικούς του φόβους, τὶς δικές του ἐπιθυμίες, ἀκόμη καὶ τὴν δική του σκληρότητα.
Ἔτσι δημιουργήθηκε, πολλὲς φορές, ἡ εἰκόνα ἑνὸς θεοῦ αὐστηροῦ καὶ μακρινοῦ. Ἑνὸς θεοῦ ποὺ περιμένει νὰ κάνουμε λάθος γιὰ νὰ μᾶς τιμωρήσει. Ἑνὸς θεοῦ ποὺ ζητᾶ ὑπακοὴ καὶ ἀνταποδίδει μὲ εὔνοια. Ἑνὸς θεοῦ πού, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνει, ἀπαντᾶ μὲ ὀργὴ καὶ ἐκδίκηση.
Ἂν ὅμως πιστεύουμε σὲ ἕναν τέτοιο θεό, πῶς θὰ μποροῦμε νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε; Καὶ ἀκόμη περισσότερο: πῶς θὰ μάθουμε νὰ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον; Ἀλήθεια, πῶς συνδέονται αὐτὰ δύο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλῆ:
Τὸν Θεὸ ποὺ πιστεύουμε, τὸν μιμούμαστε. Ὁ Θεὸς ποὺ πιστεύουμε μᾶς διαμορφώνει, ἀφοῦ τοῦ ἔχουμε παραδώσει τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας. Ἄν, λοιπόν, πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἐκδικητικός, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς ἐκδικητικοί. Ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς μισεῖ τὸν ἁμαρτωλό, μπορεῖ νὰ ἀρχίσουμε κι ἐμεῖς νὰ μισοῦμε ὅποιον θεωροῦμε διαφορετικὸ ἢ παραβάτη.
Γι’ αὐτὸ ἔχει τόσο μεγάλη σημασία νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ὅπως πραγματικὰ εἶναι. Καὶ ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς Τὸν φανερώσει καλύτερα ἀπὸ τὸν ἴδιο τόν Χριστό; Ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε ἁπλῶς γιὰ νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὸν Θεό. Εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Πατέρα. Στὸ πρόσωπό Του βλέπουμε ποιός εἶναι ὁ Θεὸς καὶ πῶς θέλει νὰ ζοῦμε ἐμεῖς.
Ὅλα τά ἀνωτέρῳ ἀποκαλύπτονται στὴν σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπή, στὴν ὁποία δεσπόζει μία ἀπὸ τὶς χαρακτηριστικότερες φράσεις ὁλόκληρου τοῦ Εὐαγγελίου: «Ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰω. 15:17). Δηλαδή, «Σᾶς δίνω αὐτὴ τὴν ἐντολή: νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον».
Καὶ ποιός δίνει αὐτὴ τὴν ἐντολή; Ἐκεῖνος, γιὰ τὸν Ὁποῖον μίλησε ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὴν πρώτη ἐπιτολή του: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶ» (4:16)
Αὐτὸ εἶναι τὸ κέντρο τοῦ Εὐαγγελίου: Ἡ ἀγάπη.
Ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς παρουσιάζει ἕναν ψεύτικο Θεὸ σκληρότητος καὶ τιμωρίας. Μᾶς φανερώνει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ τῆς ἀγάπης καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς ὅμοιοί Του: Ἄνθρωποι ἀγάπης.
Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ θὰ εἶναι πάντα εὔκολη. Ὁ Χριστὸς τὸ λέει σήμερα καθαρὰ στοὺς μαθητές Του: «Ἂν σᾶς μισεῖ ὁ κόσμος, νὰ ξέρετε πὼς πρὶν ἀπὸ ἐσᾶς ἐμένα ἔχει μισήσει. Ἂν ἀνήκατε στὸν κόσμο, τότε ὁ κόσμος θὰ σᾶς ἀγαποῦσε σὰν κάτι δικό του. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἀνήκετε στὸν κόσμο, ἀφοῦ ἐγώ σᾶς διάλεξα καὶ σᾶς ξεχώρισα ἀπὸ τὸν κόσμο, γι’ αὐτό σᾶς μισεῖ ὁ κόσμος. Ἂν ἐμένα καταδίωξαν, θὰ καταδιώξουν κι ἐσᾶς» (Ἰω. 15:18-20).
Ἐκείνη ἡ μεγάλη ὥρα, ἡ ὥρα τοῦ διωγμοῦ, τῆς προσβολῆς καὶ τῆς περιφρονήσεως εἶναι καὶ ἡ ὥρα τῆς μεγάλης ἀποφάσεως: Θὰ ὑποκύψουμε στὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, ἀπαντώντας στὸ μῖσος μὲ μῖσος; Ἢ θὰ ἀκολουθήσουμε Ἐκεῖνον, ὑπακούοντας στὴν ἐντολή Του: «Αγαπᾶτε ἀλλήλους»;
Ὁ Ἴδιος στέκεται μπροστά μας ὡς τὸ αἰώνιο καὶ ὑπέρτατο πρότυπο: Δέχθηκε τὴν ἀπόρριψη, τὸ μῖσος, τὴν ἀδικία καὶ τελικὰ τὸν Σταυρό. Ἂν καὶ Παντοδύναμος, δὲν ἀπάντησε μὲ ἐκδίκηση, δὲν συνέτριψε τοὺς ἐχθρούς Του «ὡς σκεύη κεραμέως», ὅπως ἀκοῦμε στὸν ὕμνο τῆς Μεγάλης Πέμπτης, μετὰ τὸ πέμπτο Εὐαγγέλιο. Ἀπάντησε μὲ ἀγάπη καὶ συγχώρηση.
Ὅσο ἀτενίζουμε τὸν Σταυρὸ τῆς θυσίας Του, ἀποφεύγουμε μεγάλους πνευματικοὺς κινδύνους. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε νὰ ἀντικαταστήσουμε τὴν ἀληθινὴ Του εἰκόνα μέσα μας μὲ μιὰ εἰκόνα ποὺ ἔχουμε δημιουργήσει ἐμεῖς, σύμφωνα μὲ τὶς δικές μας ἀτέλειες, τὰ δικά μας πάθη, τὸν δικό μας θυμό, τὴν δική μας αὐστηρότητα. Τὴν δική μας ἀνάγκη νὰ τιμωροῦμε. Μπορεῖ ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα ποὺ μιλᾶμε γιὰ τὸν Θεό, νὰ συμπεριφερόμαστε σὰν νὰ μὴν ἔχουμε γνωρίσει ποτὲ τὴν ἀγάπη Του.
Τί ἐπιλογὲς ἔχουμε, ὥστε νὰ μείνουμε διαρκῶς ἑνωμένοι μὲ τὴν ἀλήθεια τῆς ἀγάπης Του; Τὴν ἐπιστροφὴ στὸ Εὐαγγέλιο, τὴν μελέτη τῶν λόγων Του, τὴν ἀνάμνηση τῆς ζωῆς Του, τὴν ἀναζήτηση τοῦ φωτισμοῦ Του, τὴν μίμηση τοῦ ἤθους τῶν Ἁγίων Του, οἱ ὁποῖοι προσάρμοσαν ἀπόλυτα τὴ ζωή τους στὸ θέλημά Του;
Αὐτὴ εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα. Μέσῳ τῶν ὅπλων ποὺ μᾶς παρέχει ἡ Ἐκκλησία, – τὴν προσευχή, τὴν λατρεία, τὴν μετάνοια, τὴν συμμετοχὴ στὴν ζωή της – μᾶς καλεῖ νὰ καθαρίζουμε σιγά σιγά τὴν καρδιά μας: Ὄχι γιὰ νὰ ἐξευμενίσουμε ἕναν τρομερὸ Θεό, ἀλλὰ γιὰ νὰ μάθουμε νὰ ζοῦμε κοντὰ στὴν ἀγάπη Του καί, μέσα ἀπ΄ αὐτήν, νὰ μεταμορφώνουμε διαρκῶς τὴ ζωή μας, ἀλλὰ καὶ τὴ σχέση μας μὲ τοὺς ἀνθρώπους.
Ἂν γνωρίζω ἕναν Θεὸ ποὺ ἀγαπᾶ, μαθαίνω κι ἐγὼ νὰ ἀγαπῶ.
Ἂν γνωρίζω ἕναν Θεὸ ποὺ συγχωρεῖ, μαθαίνω κι ἐγὼ νὰ συγχωρῶ.
Ἂν γνωρίζω ἕναν Θεὸ ποὺ δὲν ἐκδικεῖται, μαθαίνω κι ἐγὼ νὰ μακροθυμῶ.
Ἂν γνωρίζω ἕναν Θεὸ ποὺ ἀνοίγει τὴν ἀγκαλιά Του στὸν ἄνθρωπο, γίνεται γιὰ μένα ἀδιανόητο νὰ κλείνω τὴν καρδιά μου στὸν ἀδελφό μου.
Ἀδελφοί μου,
Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπό μας γίνεται ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης στὸν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει στὸν Χριστὸ δὲν καλεῖται νὰ ἀποδείξει τὴν πίστη του μὲ φωνές, θυμὸ ἢ καταδίκη. Τὴν ἀποδεικνύει μὲ τὸν τρόπο ποὺ φέρεται στὸ σπίτι, στὴν δουλειά, στὴν παρέα, ἀκόμη καὶ ἀπέναντι σὲ ἐκεῖνον μὲ τὸν ὁποῖο διαφωνεῖ. Ἐκεῖ ἀποκαλύπτεται ἂν ἡ πίστη μας ἔγινε ζωή, ἐκεῖ ἀποκαλύπτεται ὁ Θεὸς ποὺ πιστεύουμε, ἐκεῖ ἀποκαλύπτεται ποιόν Θεὸ ἀγαποῦμε καὶ μιμούμαστε.
Ἂς συμβάλλουμε λοιπόν, ὥστε νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ ἀληθινὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο. Τὴν θέση τοῦ φόβου, τῆς ἐνοχῆς καὶ τῆς ἐκδικητικότητος στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, ἂς ἀντικαταστήσει, μέσα ἀπὸ τὴν συμπεριφορά μας, ἡ ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη Του, ἡ συγχωρητικότητα καὶ ἡ καταλλαγή. Ἂς μεταβληθεῖ ἡ πίστη μας, ἀπὸ αἰτία ἀντιδικίας μὲ τὸν κόσμο, ὅπως δυστυχῶς γίνεται συχνά, σὲ προσκλητήριο χαρᾶς, ἐλπίδος καὶ εἰρήνης.
Σ΄ ἕναν κόσμο πού, ἡμέρα μὲ τὴ ἡμέρα, σπρώχνει τὴν ἀγάπη στὸ περιθώριο, ἂς μεταβληθοῦμε σὲ κήρυκες τῆς πιὸ ὑπέροχης ἐντολῆς, τῆς μόνης ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντιστρέψει τὸν δρόμο πρὸς τὴν καταστροφή, τῆς μόνης ποὺ μπορεῖ νὰ φωτίσει τοὺς σκοτεινοὺς δρόμους ποὺ ἔχει ἐπιλέξει νὰ βαδίσει ἡ ἀνθρωπότητα: «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Καὶ ἂς γίνει ἡ δική Του ἀγάπη, ζωὴ δική μας. Ἀμήν.
Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ
+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ