09 Απριλίου, 2026

Τελευταια Νεα

Μήνυμα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ Δαμασκηνου για την Αγία και Μεγάλη Παρασκευή

Μήνυμα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ Δαμασκηνου για την Αγία και Μεγάλη Παρασκευή

«Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον»

Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,

Μόλις πῆρε νὰ βραδιάζει. Εἶχαν καταλαγιάσει οἱ θόρυβοι. Εἶχε σιγήσει ἡ λύσσα τῶν ἀνόμων. Εἶχε ἤδη συντελεστεῖ στὸν Γολγοθᾶ τὸ πιὸ ἀποτρόπαιο ἔγκλημα. Ἦταν οἱ ὧρες, ποὺ μιὰ βαρειὰ σκιὰ τρόμου καὶ δέους, ἐνοχῶν καὶ συντριβῆς, τύλιγε μαζὶ μὲ τὸ σκοτάδι τὴν Ἰουδαία. Ἐκεῖνες τὶς στιγμές, ποὺ ἔμοιαζε νά ἔχει σταματήσει ὁ χρόνος, ἕνας πλούσιος ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία, ὁ Ἰωσήφ, βρῆκε τὸ θάρρος νὰ ἐμφανιστεῖ μπροστὰ στὸν Πιλάτο, καὶ νὰ ζητήσει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
«Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον», τοῦ λέγει. Μᾶς μεταφέρει τὰ λόγια του ἡ Ἐκκλησία μας μὲ ἕνα συγκλονιστικὸ μελοποίημα, ποὺ ἀκούγεται μιὰ φορὰ τὸν χρόνο, τὴν Μεγάλη Παρασκευή, στὴν λιτανεία τοῦ Ἐπιταφίου. Ἡ ἀρχή του ἔχει ὡς ἑξῆς σὲ ἔμμετρη παράφραση:

Τὸν ἥλιο ποὺ σκοτίστηκε, τὶς πέτρες ποὺ ραγίσαν,
ὅταν ἐπάνω στὸ Σταυρὸ τὰ θεῖα μάτια κλεῖσαν
ὁ Ἰωσὴφ κοιτάζοντας μὲ θαυμασμὸ καὶ δέος
μπρὸς στὸν Πιλάτο ἔρχεται γιὰ τὸ ὕστατο τὸ χρέος.
«Σὲ ἱκετεύω -τοῦ μιλάει- δός μου τοῦτον τὸν ξένο
δός μου ἐτοῦτον τὸν νεκρὸ ποὺ βλέπω σταυρωμένο
σὰν ξένο βρέφος οἱ ἄνθρωποι στὸν κόσμο τον δεχτήκαν
σὰν ξένο τὸν θανάτωσαν, γιατί τὸν ἐμισήσαν.
Τὸν θάνατο ὅταν ἐννοῶ, τρέμω κι ἄναυδος μένω·
σὲ ἱκετεύω, Ἄρχοντα, δός μου τοῦτον τὸν ξένο.
Ἐκεῖνον ποὺ εὐεργέτησε τὸν κάθε πονεμένο,
Ἐκεῖνον ποὺ ἀγκάλιασε κάθε φτωχὸ καὶ ξένο.
Δὲν εἶχε τόπο ἐδῶ στὴ γῆ τὴν κεφαλὴ νὰ γείρει
κι οἱ Ἑβραῖοι του ἔδωσαν νὰ πιεῖ τοῦ Πάθους τὸ ποτήρι.
Γι΄ αὐτὸ ζητῶ τὸ σῶμα Του, τὸ ταλαιπωρημένο
γιὰ νὰ τὸ θάψω, Ἄρχοντα, δός μου τοῦτον τὸν Ξένο.»

Μᾶς ἐκπλήσσει ἡ τόλμη τοῦ κρυφοῦ μαθητῆ, ἀποδεικτικὴ μιᾶς ἀσύλληπτης ἀγάπης, ποὺ ἀψηφᾶ τὸν φόβο. Περισσότερο, ὅμως, μᾶς ξαφνιάζει τὸ μυστήριο τῆς θείας συγκαταβάσεως. Γράφει ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου: «ὁ πηλὸς μπροστὰ στὸν πηλὸ ζητᾶ νὰ λάβει τὸν Πλάστη τῶν ὅλων. Τὸ χορτάρι ζητᾶ ἀπὸ τὸ χορτάρι τὴν οὐράνια φωτιά. Ἡ σταγόνα ζητᾶ ἀπὸ τὴν ἄλλη σταγόνα τὸν ἀπύθμενο ὠκεανό. Ποιός εἶδε, ποιός ποτὲ ἄκουσε αὐτὸ τὸ ἀπίστευτο! Ὁ ἄνθρωπος, νὰ χαρίζει σὲ ἄλλον ἄνθρωπο τὸν Δημιουργὸ τῶν πάντων. Ἕνας ἄνομος ἄρχοντας νὰ χαρίζει σὲ ἕναν ἄνθρωπο τοῦ νόμου τὸν Νομοθέτη». Ἡ λογικὴ στέκεται ἀνίκανη νὰ συλλαβίσει τά ὑπὲρ λόγον· ἡ καρδιά, ὅμως, ἀφουγκράζεται μὲ βαθειὰ περίσκεψη τὸν λόγο τοῦ Ἰωσήφ.
«Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον». Ὄντως, ὁ Ἰησοῦς ἔζησε καὶ πέθανε σὰν ξένος. Ποιός εἶναι ξένος; Εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ἔχει δικό του σπίτι, ποὺ εἶναι μόνος μέσα στὸ πλῆθος, ποὺ βρίσκει ὁλόγυρα κλειστὲς τὶς πόρτες. Ξένος εἶναι ὁ ἀλλοδαπός, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ξένη χώρα καὶ μιλάει μιὰ ξένη γλῶσσα· ἐκεῖνος, ποὺ ἕνα χάσμα μᾶς κρατάει μακρυά του, μιὰ καχυποψία ἢ ἀκόμα καὶ μιὰ ἔχθρα. Ὁ Ἰησοῦς ἦταν ὁ μόνος πραγματικὰ ξένος. «Ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί», εἶπε ὁ Ἴδιος πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του. Ἦλθε ξένος στὴν γῆ, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἀποξενωμένο ἀπὸ τὸν Θεὸ ἄνθρωπο. Γεννήθηκε σὲ μιὰ φάτνη στὴν Βηθλεὲμ ξένος καὶ ἄστεγος. Δὲν ὑπῆρχε γιὰ Ἐκεῖνον κατάλυμα στὴν γῆ. Ἀπ’ τὰ σπάργανά Του ἀκόμη καταδιώχθηκε καὶ ξενιτεύθηκε στὴν Αἴγυπτο. Καὶ δὲν εἶχε πόλη, οὔτε χωριό, οὔτε σπίτι νὰ μείνει. Ἀδικήθηκε, πουλήθηκε ἀπὸ φίλο, προδόθηκε ἀπὸ μαθητῆ, διώχθηκε ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς Του, θανατώθηκε ἀπ’ τοὺς συμπατριῶτες Του σὰν ξένος. Θαρροῦσαν οἱ ἄνθρωποι ὅτι μιλοῦσε μιὰ ξένη γλῶσσα, ὅταν τοὺς δίδασκε τὴν ἀγάπη γιὰ ὅλους, αὐτὴ ποὺ δὲν ξεχωρίζει πατριώτη καὶ ξένο, φίλο καὶ ἐχθρό. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πολλοὶ δὲν Τὸν δέχθηκαν. Ἔκλεισαν ἑρμητικὰ τὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν καὶ τῆς ψυχῆς τους. Καὶ ἔμεινε ὁ Ἰησοῦς Ξένος γιὰ κείνους, Ἄγνωστος, Ἀκατάληπτος.
«Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον». Κάθε Μεγάλη Παρασκευὴ ἠχεῖ στὰ αὐτιά μας δραματικὰ ἐπίκαιρο τὸ ἀπήχημα αὐτοῦ τοῦ λόγου. Ἴσως γιατί συνταράσσει τὰ λιμνάζοντα ὕδατα τῆς πνευματικῆς μας στασιμότητος. Ἴσως γιατί θέτει σὲ δοκιμασία τὴν δική μας στάση ἀπέναντι στὸν Ἰησοῦ. Μετράει τὸ βάθος τῆς σχέσεώς μας μὲ Ἐκεῖνον. Βαθμολογεῖ τὴν εἰλικρίνειά μας. Ἐλέγχει τὴν ὑποκρισία μας.
«Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον». Ἕνας βαθὺς συγκλονισμὸς διατρέχει τὴν ὕπαρξή μας στὸ ἄκουσμα τούτου τοῦ λόγου, καθὼς ἀνακαλύπτουμε τὴν τραγικότητα τῆς προσωπικῆς μας ἀποξενώσεως ἀπὸ τὸν Κύριό μας. Ἂν ὅμως ἡ μέθη τῆς ἀλαζονείας μας σφυρηλάτησε τὴν ἀδιαφορία μας γιὰ Ἐκεῖνον ἢ τὴν ἀποστασία μας, ὁ Ἐσταυρώμενος Ἰησοῦς μακρόθυμα μᾶς περιμένει. Δὲν μᾶς καταλογίζει τὴν βραδύτητα, δὲν βδελύσσεται τὴν σκληροκαρδία μας. Τὸν πληγώνει ὅμως ἡ ψυχρότητά μας. Θέλει νὰ Τοῦ δώσουμε τὴν καρδιά μας. «Υἱέ μου, δὸς μοὶ σὴν καρδίαν» μᾶς προτρέπει. Περιμένει ἐπάνω στὸν Σταυρό, ἔχοντας τὰ τρυπημένα Του χέρια ἀνοιχτά, γιὰ νὰ μᾶς ἀγκαλιάσει μὲ τὴν στοργὴ τοῦ πατέρα, μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ φίλου, μὲ τὴν ἐγκαρδιότητα τοῦ οἰκείου.
Κι ὅταν ὑψώνουμε δεητικὰ τὸ βλέμμα μας στὴν πονεμένη μορφή Του, νιώθουμε μυστικὰ νὰ ἀπευθύνεται προσωπικὰ στὸν καθένα μας μὲ ἀπροσμέτρητη γλυκύτητα καὶ ἀγάπη, καὶ νὰ μᾶς παροτρύνει, ὅπως χαρακτηριστικὰ γράφει Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:
«Δός μου, παιδί μου, τὴν καρδιά σου. Ἐγὼ γιὰ σένα πατέρας, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ φίλος· ὅ,τι χρειάζεσαι, ἐγώ. Τίποτε δὲν θὰ σοῦ λείψει. Μόνο νὰ μὲ νιώθεις δικό σου. Κι ἐσὺ εἶσαι τὰ πάντα γιὰ μένα, καὶ ἀδελφὸς καὶ φίλος καὶ συγκληρονόμος. Τί ἄλλο θέλεις; Γιατί στρέφεσαι στὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου καὶ ἀποστρέφεσαι ἐμένα, ποὺ τόσο σὲ ἔχω ἀγαπήσει;»
Τί νὰ ψελλίσει ἡ φτωχή μας καρδιὰ ἢ τί νὰ ἀντιδωρίσει στὸ ἀσύλληπτο μεγαλεῖο τῆς θεϊκῆς Του ἀγάπης! Αὐτὲς τὶς ὧρες τῆς κατανυκτικῆς ἡσυχίας καὶ τῆς λυτρωτικῆς περισυλλογῆς, μᾶς συνέχει ἀπρόσμενα μιὰ ἀκατανίκητη ἐπιθυμία, νὰ ἀποδειχθοῦμε οἰκεῖοι Του· νὰ γίνουμε μέτοχοι τῆς μεγάλης τιμῆς, ποὺ μᾶς ἀξιώνει.
«Ξένον τόκον ἰδόντες ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου» μᾶς παρακινεῖ ὁ λογισμός μας. Δὲν ὑπάρχει, ἄλλωστε, πιὸ μεγαλειώδης προοπτικὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, πιὸ ζηλευτὸς προορισμός, ἀλλὰ καὶ πιὸ ἐκπληκτικὴ ἐμπειρία ἀπὸ ἐτούτη: Ἐπίγειος ὤν νὰ μαγνητίζεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ· πρόσκαιρος, νὰ πορεύεται πρὸς τὰ αἰώνια· μικρὸς καὶ ἀτελής, νὰ ἀναζητᾶ τὴν τελειότητα.
«Δὸς μοὶ τοῦτον τὸν ξένον». Τὸ αἴτημα τοῦ Ἰωσὴφ στὸν Πιλάτο ἂς γίνει σήμερα αἴτημα καὶ τῆς δικῆς μας προσευχῆς στὸ Θεό:
Οὐράνιε Πατέρα μας, δός μας τοῦτον τὸν Ξένον, ποὺ σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου. Δός μας τοῦτον τὸν Ξένον νὰ Τὸν κάνουμε δικό μας, οἰκεῖο μας, θεμέλιο καὶ φῶς τῆς ζωῆς μας. Δός μας τοῦτον τὸν Ξένον νὰ ζεῖ μέσα στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας, νὰ μᾶς χειραγωγεῖ στὰ μονοπάτια τῆς θεογνωσίας, καὶ νὰ μᾶς ἀνακαινίζει μὲ τὸ πανάγιο Αἷμα Του. Δός μας τοῦτον τὸν Ξένον, γιὰ νὰ συνοδοιποροῦμε στὸ δρόμο τῆς θυσιαστικῆς Του ἀγάπης, νὰ συμμετέχουμε στὸ λυτρωτικὸ Του Πάθος, καὶ νὰ βιώνουμε διαρκῶς τὴν ἀναφαίρετη χαρὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του καὶ τῆς αἰωνίας δόξης Του. Ἀμήν.

Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Related posts