
Η χαρά του Χριστού
είναι αποτέλεσμα της συναντήσεως του ανθρώπου μαζί Του
Του Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Δαμασκηνού
Με την συμπλήρωση σαράντα ημερών από την γέννηση του Χριστού, η Θεοτόκος και ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ, μετέβησαν στο Ναό προκειμένου να αφιερώσουν τον μικρό Ιησού στον Θεό, σύμφωνα με την ρητή διάταξη του μωσαϊκού νόμου. Συγκεκριμένα, ο νόμος όριζε πως κάθε πρωτότοκο αγόρι θεωρείται άγιο και αφιερώνεται στον Θεό. «παν άρσεν διανοίγον μήτραν, άγιον τω Κυρίω κληθήσεται» (Έξοδ. 13, 2).
Το όριζε ο νόμος αυτό σε ανάμνηση και αντιστάθμισμα της σωτηρίας που έδωσε ο Θεός στα πρωτότοκα παιδιά των Εβραίων, όταν κατά την έξοδο τους από την Αίγυπτο, θανατώθηκαν τα παιδιά των Αιγυπτίων. Τα έσωσε τότε ο Θεός από τον θάνατο, τώρα έπρεπε να τα αφιερώσουν στον Θεό, αφού με την επέμβαση Εκείνου ήταν σεσωσμένα.
Επειδή όμως, δεν ήταν δυνατόν να μένουν τα παιδιά στον Ναό, έπρεπε συγχρόνως να προσφέρουν την καθιερωμένη θυσία. ένα ζεύγος τρυγόνων ή δύο μικρά περιστέρια, κατά την δυνατότητα που είχε ο καθένας, για να εξαγοράσουν κατά κάποιον τρόπο το παιδί τους, και να το πάρουν πίσω.
Κατά την ίδια ώρα, με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, βρέθηκε παρών στον Ναό και ο ευλαβής και δίκαιος Συμεών, ο πρεσβύτης, ο οποίος περίμενε να δει τον Χριστό πριν πεθάνει, μετά από θεία αποκάλυψη, μαζί με την γηραιά προφήτιδα Άννα, η οποία παρέστη και αυτή κατά την ευλογημένη εκείνη ώρα, για να δοξολογήσει τον Θεό για το μεγάλο γεγονός της ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού.
Ο Συμεών, ήθελε να δει τον Μεσσία, ήθελε να ενωθεί με τον Μεσσία. Τον προεφήτευσε, τον είδε, τον προσκύνησε. πλέον δεν έχει άλλον σκοπό να ζει. Γι’ αυτό και έτρεξε ο Δίκαιος Συμεών να τον πάρει στην αγκαλιά του και να δοξάσει τον Θεό, λέγοντας την γνωστή Ωδή «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, εν ειρήνη…» (Λουκ. 2, 29).
Ο Μέγας Αθανάσιος γράφει για τον Συμεών, πως «επείγετο να φύγει από αυτήν την ζωή, για να τρέξει πρώτος στον Άδη και να κηρύξει την έλευση του Μεσσία, διότι ήθελε να δώσει αυτός πρώτος το μήνυμα στον κάτω κόσμο, στον Άδη, στον Αδάμ και την Εύα».
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη γλυκύτητα από αυτήν που χαρίζει ο Χριστός στον άνθρωπο που Τον συναντά. Δεν υπάρχει ανώτερη χαρά από αυτήν που γεύεται ο άνθρωπος, όταν δέχεται τον Χριστό στην αγκαλιά του. Εισέρχεται μέσα του ο ίδιος ο Χριστός και φέρνει τον Παράδεισο μαζί του, σύμφωνα με τον λόγο Του: «η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστι» (Λουκ. 17, 21).
Η χαρά αυτή δεν προέρχεται από τον κόσμο αυτό, αλλά είναι απότοκη της άνωθεν γεννήσεως, κάτι που συμβαίνει σε όσους αναζητούν τον Ουρανό. Η χαρά του Χριστού είναι αποτέλεσμα της συναντήσεως του ανθρώπου με τον Χριστό, είναι δώρο φιλίας από τον Χριστό, που παρέχεται στους φίλους του, τους αγωνιζομένους με φιλότιμο πολύ και ιδρώτα, κατά τον ασκητικό λόγο: « Δος αίμα και λάβε πνεύμα!».
Αξίζει να παλέψει κάποιος, για να λάβει τον Χριστό, αξίζει να γευτεί τον Χριστό, κατά το ψαλμικό: «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος». Αξίζει να κοινωνήσει τον Χριστό, αξίζει να δώσει τον εαυτό του στον Χριστό και να καταφύγει στην αγκαλιά Του, για να ζει μία ατέρμονη προσωπική Υπαπαντή!