11 Ιανουαρίου, 2026

Τελευταια Νεα

Μήνυμα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ Δαμασκηνου για την Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Μήνυμα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ Δαμασκηνου για την Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Ἀγαπητοί μου πατέρες καί ἀδελφοί,

       Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,

            Πλημμυρισμένοι ἀπὸ τὸ φῶς των Θεοφανίων, τὸ ὁποῖο καταύγασε τὸν κόσμο λίγες ἡμέρες πρίν, συγκεντρωνόμαστε σήμερα, τὴν Κυριακὴ μετά τα Θεοφάνια, ἀναζητῶντας ἀπάντηση σὲ ἕνα μεγάλο ἐρώτημα; Πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ διατηρήσουμε μέσα μας αὐτὸ τὸ φῶς; Πῶς, ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ὥρα τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου μας στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, θὰ ἀποτελέσει ἕνα διαρκὲς γεγονὸς στὶς καρδιές μας; Πῶς θὰ κρατήσουμε συνεχῶς ἐνεργὸ τὸ δικό μας, τὸ προσωπικό μας Βάπτισμα καὶ θὰ φωταγωγήσουμε μὲ Θεῖο Φῶς ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς μας;

Στὴν σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπή, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προσφέρει τὴν ἀπάντηση: «Ὁ Θεός», γράφει πρὸς τοὺς Κορινθίους, «ποὺ εἶπε μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι νὰ λάμψει φῶς, Αὐτὸς ἔλαμψε μέσα στὶς καρδιές μας καὶ μᾶς φώτισε, ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὴ δόξα Του στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (στ. Β΄ Κορ. 4:6).

Εἴμαστε λοιπὸν ἤδη φωτισμένοι. Τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένο μέσα μας. Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται ἐὰν θὰ διατηρήσουμε ζωντανή τήν σχέση μας μὲ τὸν Κυρίο, ὥστε τὸ Φῶς Του νὰ λάμπει ἄπλετο, χωρὶς νὰ σκιάζεται ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς ἀπιστίας καὶ τὴν σκιὰ τῶν παθῶν μας.

Συνεχίζοντας, βῆμα πρὸς βῆμα, τὴν παρουσίαση καὶ τὴν ἑρμηνεία ὅλων τῶν μερῶν τῆς Θείας Λειτουργίας, παρακολουθήσαμε μυστικά, μέσῳ τῶν Εἰρηνικῶν, τῶν ὕμνων, τῆς Μικρῆς Εἰσόδου, τῶν Ἀναγνωσμάτων τοῦ Ἀποστόλου καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, καθὼς καὶ τῶν εὐχῶν τῶν κατηχουμένων καὶ τῶν πιστῶν, τὸν ἴδιο τόν Χριστὸ νὰ κηρύττει καὶ νὰ θαυματουργεί, ὅπως συνέβη κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωή Του. Ὅλο τὸ τμῆμα τῆς Θείας Λειτουργίας ποὺ προηγήθηκε, ἀποτελεῖ, οὐσιαστικά, τὴν τριετῆ δημόσια παρουσία Του στὴν γῆ, ὅπως τὴν βίωσαν καὶ τὴν κατέγραψαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ Εὐαγγελιστές. Τώρα ὅμως, φτάνει ἡ στιγμὴ νὰ μιλήσουμε καὶ νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ ξεκίνημα τῆς τελευταίας φάσης τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ · τὴν ἀρχὴ τῶν Παθῶν Του καὶ τὴν πορεία πρὸς τὸ μνημεῖο τῆς ταφῆς, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο πήγασε τό Φῶς τῆς Ἀναστάσεώς Του.

Ἀρχίζει ἡ προετοιμασία ὑποδοχῆς τοῦ Βασιλέως τῆς Δόξης, ὅπως ἀκριβῶς ἑτοιμάζονταν νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ, σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων. Γιὰ τὴν ὑποδοχὴ αὐτή μᾶς προετοιμάζει ὁ Χερουβικὸς Ὕμνος, ἤ, ὅπως λέγεται, τὸ «Χερουβικό»:

«Οἱ τὰ Χερουβεὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες, καὶ τῇ ζωοποιῷ Τριάδι τὸν τρισάγιον ὕμνον προσᾴδοντες, πᾶσαν τὴν βιωτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν, ὡς τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι, ταῖς ἀγγελικαῖς ἀοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν».

Δηλαδή: «Ἐμεῖς, ποὺ μυστικὰ εἰκονίζουμε τὰ Χερουβεὶμ καὶ ψάλλομε στὴ ζωοποιὸ Τριάδα τὸν τρισάγιο ὕμνο, ἂς ἀφήσουμε κάθε βιοτικὴ μέριμνα, γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων, πού ἀόρατα συνοδεύεται ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς τάξεις».

Εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ἐμεῖς, οἱ ἐπίγειοι ἄνθρωποι, ἐμεῖς ποὺ οἱ μάταιες μέριμνες, οἱ φόβοι καὶ οἱ ἀγωνίες αὐτοῦ τοῦ κόσμου μᾶς παρασύρουν καὶ μᾶς ἐμπλέκουν σὲ ἕναν διαρκῆ φαῦλο κύκλο, χωρὶς παύση καὶ χωρὶς ἀνάπαυση, νὰ ἀναλογιστοῦμε, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου: Ποιόν ὑποδεχόμαστε; Καί τί μεγαλειῶδες ἑτοιμάζεται νὰ τελεστεῖ ἐνώπιόν μας; Καθώς, οὔτε ἡ θέληση οὔτε οἱ δυνάμεις μας στάθηκαν ἱκανὲς νὰ μᾶς ἐπαναφέρουν ἀπὸ τίς συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος σὲ ἐκείνη τὴν κατάσταση τοῦ πρώτου Παραδείσου, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ καθήμενος στὸν ἐπουράνιο θρόνο καὶ δοξολογούμενος ἀπὸ τὰ Χερουβείμ, εὐδόκησε νὰ κατέλθει καὶ ἑτοιμάζεται νὰ ἐγκατασταθεῖ ἀνάμεσά μας. Ἐμεῖς, λοιπόν, ποὺ αὐτὴ τήν στιγμὴ Τὸν ἀνυμνοῦμε, εἰκονίζουμε τὰ ἐπουράνια ἀγγελικὰ τάγματα καὶ ἀφοσιωνόμαστε ἀποκλειστικὰ στὴν δική Του δοξολογία.

Ἐκεῖνος εἰσέρχεται στὴν ζωή μας, ἐμεῖς ὅμως καλούμαστε νὰ ἐξέλθουμε ἀπὸ τὶς ἔννοιες τῆς καθημερινότητος, προκειμένου, ἀμέριμνοι καὶ μὲ τὸ βλέμμα προσηλωμένο στὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντα, νὰ Τὸν δοῦμε ἀπὸ μακριὰ καὶ νὰ τρέξουμε νὰ Τὸν προϋπαντήσουμε.

«Ὅταν ὁ πόθος αὐτῆς τῆς συναντήσεως πυρώσει τὴν καρδιά», ἀναφέρει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, «ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀσχολεῖται πλέον μὲ ὅσα βλέπουν τὰ μάτια τοῦ σώματος, ἀλλὰ ἐνεργοποιεῖ τὰ μάτια τῆς πίστεως καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐγκαταλείψει τά κάτω καὶ νὰ ἀτενίσει τά ἄνω, τρέχοντας χωρὶς σταματημό, μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις, πρὸς Ἐκεῖνον» (Πατρολογία Migne 53, 259).

Ναί! Βρισκόμαστε ἀκόμη στὸν κόσμο καὶ ὁ ἀγῶνας γιὰ ἐπιβίωση εἶναι διαρκής. Τώρα, ὅμως, καλούμαστε, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, νὰ ἀφήσουμε κατὰ μέρος τὶς βιοτικές μας ἀνάγκες καὶ νὰ δώσουμε ἀπόλυτη προτεραιότητα στὴν ὑποδοχὴ τοῦ Βασιλέα τῶν ὅλων, ὁ Ὁποῖος πλησιάζει, ἕτοιμος νὰ ὁδηγηθεῖ πρὸς τὸ Πάθος καὶ τὴν κοσμοσωτήρια Ἀνάστασή Του.

Ὅσο προετοιμαζόμαστε, μέσῳ τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου, γιὰ τὴν Μεγάλη Εἴσοδο καὶ τὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ, προετοιμάζεται καὶ ὁ ἱερέας, ἀπαγγέλλοντας μυστικὰ τὴν εὐχὴ τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου:

«Κανένας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶναι δεμένοι μὲ τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ ἡδονές, δὲν εἶναι ἄξιος νά ᾿ρχεται καὶ νὰ πλησιὰζῃ καὶ νὰ σὲ λειτουργῇ, ἔνδοξε Βασιλέα…. Ἐσένα λοιπὸν θερμὰ παρακαλῶ, ποὺ ἐσὺ μόνον εἶσαι ὅλο καλωσύνη καὶ πρόθυμος νὰ ἀκοὺσῃς· ρῖξε τὴ ματιὰ σοῦ ἐπάνω σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἀνάξιο δοῦλο σου, καὶ καθάρισε τὴν ψὺχὴ καὶ τὴν καρδιὰ μου ἀπὸ κάθε πονηρία καὶ κάνε μὲ ἱκανό, ντυμένο μὲ τὴ χάρη τῆς ἱερωσύνης, νὰ σταθῶ μπροστὰ σὲ τούτη τὴν ἁγία σου Τράπεζα καὶ νὰ ἱερουργήσω τὸ ἅγιο καὶ ἄχραντο Σῶμα Σου καὶ τὸ τίμιο Ἄἷμα...».

Χωρὶς ἀμφιβολία, ἡ εὐχὴ τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς βαθύτερες καὶ θερμότερες εὐχὲς τῆς Θείας Λειτουργίας, ἡ ὁποία ἑνώνει τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἱερέα λειτουργό, προκειμένου, σὰν ἕνας ἄνθρωπος, νὰ προχωρήσουν μαζὶ πρὸς τὴν κορύφωση τοῦ Μυστηρίου.

Μετὰ τὴν εὐχή, ὁ ἱερέας θυμιάζει κυκλικὰ τὴν Ἁγία Τράπεζα, τὸν θρόνο τοῦ Ἐπισκόπου, τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καὶ τὸν λαό. Κατόπιν, στέκεται στὴν Ὡραία Πύλη καὶ μὲ ὑπόκλιση, ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς πιστούς, ζητῶντας συγχώρηση ἀπὸ ὅλους. Ὅλα εἶναι πλέον ἕτοιμα γιὰ τὴν μεγάλη ὑποδοχή.

Ἀδελφοί μου,

Ὁ Χερουβικὸς Ὕμνος ἀποτελεῖ μιὰ πρόσκληση ἐξόδου ἀπὸ τὴν καθημερινότητά μας καὶ συμμετοχῆς μας στὴν ἀέναη δοξολογία τῶν  Ἀσωμάτων Δυνάμεων γύρω ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ ἐπουράνιου Θεοῦ. Δὲν δοξάζουμε, ὅμως, μόνον ἕναν ἔνδοξο βασιλέα. Δοξάζουμε καὶ ἕναν φιλόστοργο Πατέρα, ὁ Ὁποῖος ἑτοιμάζεται νὰ βρεθεῖ ἀνάμεσά μας, νὰ ἐπωμιστεῖ τὶς πληγὲς καὶ τὰ τραύματά μας καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἐπουράνια Βασιλεία τῆς μακαριότητος καὶ τῆς ἀτέρμονης ζωῆς.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο τελειώνει μὲ ἕνα ξεκίνημα· τὸ ξεκίνημα τοῦ κηρύγματος τοῦ Χριστοῦ. Ποιές ἦταν οἱ πρῶτες λέξεις ποὺ ἄκουσαν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ ἅγιο στόμα Του; Ἦταν οἱ ἴδιες ποὺ ἄκουγαν καὶ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο πρὶν συλληφθεῖ: «Μετανοεῖτε, διότι ἔφτασε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Μτθ. 4:17).

Αὐτὴ ἡ ἀναγγελία ἀποτελεῖ οὐσιαστικὰ καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου. Μαζὶ μὲ Ἐκεῖνον ποὺ πλησιάζει, ἔχει φτάσει καὶ ἡ δική μας μεγάλη εὐκαιρία νὰ ἀπαρνηθοῦμε τὴν ματαιότητα τῆς ζωῆς αὐτῆς καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε.

 

Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Related posts